i love linguistics!


δωσε μου λιγακι ουρανικο…
  Δικό σας!!! (με “λι” και “νι” ουρανικό): Τι θα κάνω, πώς θα πορευτώ;/Σε λίγο τελειώνει όλο αυτό/Ηταν δύσκολη αυτή η αποστολή/Μα αρέσει σε όλους να παίζουν εθνική!

Μια δυο μέρες μετά την πρόκριση της εθνικής στο euro, “διέρρευσε” στο internet ένα τραγούδι που συνέθεσαν στο πρόσφατο παρελθόν οι Λυμπερόπουλος, Κατσουράνης και Σαμαράς και το οποίο ερμήνευσε ο πρώτος. Το τραγούδι είναι κατά τη γνώμη μου μία σκέτη αηδία*, παρ’ όλα αυτά ασχολούμαι μαζί του γιατί αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης αυτού του post… και τελευταία δεν είχα και πολλή έμπνευση!

Ο Λυμπερόπουλος (ή MC Lybe), όπως είπαμε, τραγουδάει το κομμάτι. Ο παίχτης της ΑΕΚ, που κατάγεται από τα Φιλιατρά Μεσσηνίας, είναι γνωστός για πολλά, ανάμεσα στα οποία και την “αποκλίνουσα” από τη νόρμα προφορά του “λι” και “νι”. Αυτή του η “ιδιαιτερότητα”, όπως είναι αναμενόμενο, αποκαλύπτεται και στο εν λόγω τραγούδι (ομολογώ όχι στο βαθμό που περίμενα!).

Στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι σαφώς και δεν χαρακτήρισα το τραγούδι αηδία εξαιτίας της προφοράς του “MC”. Αντιθέτως αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που βρήκα πραγματικά ενδιαφέρον! Εξού και το post!

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η επίσημη προφορά του “λι” και του “νι” στα ελληνικά είναι φατνιακή. Αυτό σημαίνει ότι όταν τα προφέρουμε ακουμπάμε με την άκρη της γλώσσας μας στα φατνία (δηλαδή τα ούλα -από τη μέσα μεριά-).

Σε κάποια μέρη της Ελλάδας όμως οι ομιλητές συνηθίζουν να προφέρουν τις δύο αυτές συλλαβές ουρανικά, με τη γλώσσα να κάνει καμπύλη προς τα κάτω και τη μέση της να ακουμπάει το τέλος των φατνίων και σχεδόν την αρχή του ουρανίσκου. Πρόκειται για χαρακτηριστικό πολλών νότιων διαλέκτων, που μιλιούνται μάλιστα και σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως στην Πάτρα και το Ηράκλειο…και τα Φιλιατρά Μεσσηνίας! :)

Η ουρανική προφορά του “λι” και “νι” είναι ένα ιδιωματικό στοιχείο που έχει “στιγματιστεί” -ακριβώς όπως η θεσσαλική προφορά- ως επαρχιώτικη, γραφική και αστεία (θυμηθείτε την Αμαλία στο Παρά Πέντε). Σε μία συζήτηση που είχα για το τραγούδι της εθνικής, μάλιστα, κάποιος μου είπε ότι το “λι” και το “νι” το κάνει διπλά γελοίο. Διαφωνώ! Οι στίχοι το κάνουν διπλά-τριπλά-οχταπλά γελοίο. Η προφορά είναι ένα δείγμα της γλωσσικής ποικιλότητας, που την υπερασπίζομαι -ως λαρισαία και mrs linguistics- μέχρι τελικής πτώσης!

*Να σημειώσω βέβαια ότι δεν συμμερίζονται όλοι την άποψή μου. Τα αθλητικά sites το βρήκαν από χαριτωμένο μέχρι ξεκαρδιστικό. Περί ορέξεως..!

το τραγούδι…κλικ!



ποιος εισαι; ο ατλας;;!!

need help?

Είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι από εσάς έχετε ανακαλύψει πως μοιράζεστε κοινές ιδιωματικές λέξεις με κάποιον φίλο σας που δεν είναι συντοπίτης σας. Για παράδειγμα εμείς οι Λαρισαίοι λέμε “με τζουνάει η κουβέρτα” εννοώντας ότι μας τσιμπάει, γρατζουνάει το δέρμα μας. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν και φίλοι μου από την Κατερίνη. Αυτή η παρατήρηση επιβεβαιώνει-κάπως απλοϊκά βέβαια- ότι τα ιδιώματα δεν είναι αυστηρά χωρισμένα ανά περιοχή κι ότι κάθε γραμματικό ή λεξιλογικό φαινόμενο μπορεί να απαντηθεί σε περισσότερα από ένα ιδιώματα. Για το λόγο αυτό οι γλωσσολόγοι δημιούργησαν γλωσσικούς άτλαντες, δηλαδή γεωγραφικούς χάρτες που αποτυπώνουν το πώς κατανέμεται ένα διαλεκτικό φαινόμενο σε μια περιοχή.

Φανταστείτε έναν ερευνητή που θέλει να δείξει στο χάρτη της Ελλάδας τις περιοχές στις οποίες οι ομιλητές διατηρούν το τελικό “ν” στα ονόματα. Αφού επιλέξει τις κατάλληλες φράσεις και λέξεις και συλλέξει τα στοιχεία με τη βοήθεια ειδικών ερωτηματολογίων, διαπιστώνει ότι το φαινόμενο αυτό συναντάται στα ιδιώματα των Δωδεκανήσων, στη Χίο, τη Νάξο κτλ, την Κύπρο και τη Μικρασία. Ο ερευνητής θα χαράξει πάνω στο χάρτη γραμμές-όρια, μέσα στα οποία εμφανίζεται το φαινόμενο της διατήρησης του “ν”. Οι γραμμές αυτές ονομάζονται ισόγλωσσα. Πέρα από αυτές εμφανίζονται βέβαια διαφορετικά γλωσσικά φαινόμενα.

Συνήθως σε ένα γλωσσικό άτλαντα αποτυπώνονται πολλά γλωσσικά φαινόμενα με αποτέλεσμα να γίνεται χαμός από γραμμές. Σε τέτοιους χάρτες ο γλωσσολόγος ομαδοποιεί τις γραμμές σε “δέσμες ισογλώσσων” προκειμένου να βρει τα όρια κάθε διαλέκτου. Παρατηρεί δηλαδή σε ποιες περιοχές έχουν συγχρόνως την ίδια προφορά, δίνουν την ίδια σημασία στις ιδιωματικές λέξεις, θέτουν τις ίδιες καταλήξεις και μοιράζονται κοινά συντακτικά χαρακτηριστικά, ώστε να ορίσει στο χάρτη την περιοχή που μιλιέται η διάλεκτος.

Για παράδειγμα, τα χωριά των οποίων οι κάτοικοι παρουσιάζουν τα εξής κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά: διατηρούν το αρχαίο δωρικό α /a/ π.χ. “μάτη”, από το μάτηρ=μητέρα, τρέπουν το “κ” [k] σε “τσ” [t∫] μπροστά από τα /e/ και /i/ π.χ. τσίπο=κήπος, σχηματίζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό περιφραστικά με τον συνδυασμό του ρήματος έμι=είμαι και τη μετοχή του ενεστώτα π.χ. έμι έχου=έχω, έμα έχου=είχα, μοιράζονται κοινό ιδιωματικό λεξιλόγιό π.χ. ασάτη=κόρη, κτλ, σημειώνονται στο χάρτη ως η περιοχή στην οποία μιλιούνται τα τσακώνικα.



like a rainbow

Μπάτσος (Φιλιππίδης): Δεν το τρώω το κοτόπουλο.
Γιάννης: Γιατί, φοβάστε μη βγάλετε βυζιά;

Όπως έχω αναφέρει και σε παλιότερα posts ορισμένες κοινωνικές ομάδες αναπτύσσουν μια δική τους εκδοχή της γλώσσας συνήθως για να μην γίνουν κατανοητοί (και για να “προστατευτούν”) από τους γύρω τους. Μία από αυτές είναι τα καλιαρντά (καλιαρντός=κακός, άσχημος), η γλώσσα των ομοφυλόφιλων που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’40.

Αν αναζητήσετε πληροφορίες για αυτή την κοινωνιόλεκτο, σίγουρα θα πέσετε πάνω στο όνομα Ηλίας Πετρόπουλος, μιας και πρώτος αυτός ερεύνησε και κατέγραψε τα χαρακτηριστικά της. Συνέταξε μάλιστα ερμηνευτικό-ετυμολογικό λεξικό, με τίτλο «Καλιαρντά» (εκδόσεις Νεφέλη) που περιέχει περίπου 3.000 λήμματα. Το βιβλίο του αυτό στάθηκε αφορμή να κατηγορηθεί ο Πετρόπουλος για περιύβριση της δημόσιας αρχής, του βασιλικού εμβλήματος και της ορθόδοξης εκκλησίας και να καταδικαστεί τελικά ως πορνογράφος -σε μια εποχή φυσικά που κουμάντο στην Ελλάδα κάναν τα “μπισκοτότεκνα”*-!

Τα καλιαρντά, όπως παρατηρεί ο Πετρόπουλος, εμφανίζουν στοιχεία από τα ελληνικά, τουρκικά, αγγλικά, ιταλικά και γαλλικά. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 ήταν “κρυφή” γλώσσα. Έπειτα φράσεις της χρησιμοποιήθηκαν στο θέατρο, αργότερα στην τηλεόραση και τελικά στην καθημερινή μας γλώσσα, π.χ. τζους, κουλό, λούγκρα.

Όσον αφορά τη γλωσσολογία, όπως ακριβώς στο πλαίσιο των γυναικείων σπουδών μελετάται η “απεικόνιση” της γυναίκας στη γλώσσα, το ίδιο συμβαίνει και με τους ομοφυλόφιλους στις λεγόμενες gay σπουδές.

*μπισκοτότεκνα (κατά το γαργαρότεκνο=ναύτης) ονόμαζαν οι gay τους χουντικούς στα καλιαρντά (από το Γεώργιος Παπαδόπουλος→μπισκότα Παπαδοπούλου→μπισκοτότεκνο!)

σχετικοί σύνδεσμοι

μικρό γλωσσάρι καλιαρντών




μιλα μου βρωμικα

Μετά από μέρες αποχής μου από το blog, γεια σας και πάλι! Να ξεκαθαρίσω αμέσως ότι ο λόγος που καθυστέρησα να γράψω δεν ήταν γιατί με συνεπήρε το φετινό καρναβάλι! :)

Στον Τύρναβο, από τον οποίο κατάγομαι, όπως ίσως ξέρετε, τέτοιες μέρες γιορτάζουν το μπουρανί. Οι πιο “κυριλέ” επισκέπτες θα σας παρότρυναν να “απεκδυθείτε τον μανδύα της σεμνοτυφίας, να οπλιστείτε με χιούμορ, θάρρος, θράσος και να ετοιμαστείτε να βιώσετε μια απόλυτα απελευθερωτική εμπειρία”. Οι Τυρναβίτες απ’την άλλη θα σας μπούκωναν μπουρανί και τσίπουρο, θα σας έβαζαν να φιλήσετε ένα πήλινο “μαραφέτι” και θα σας άρχιζαν τα μπουρανίτικα τραγούδια και αστεία!

Κάθε χρόνο κάποιοι θιγμένοι από το έθιμο πετούν χαρτάκια στους δρόμους της πόλης, στα οποία γράφουν “Όχι στο αμαρτωλό καρναβάλι!”. Αυτό που τους ενοχλεί είναι βέβαια τα πήλινα ομοιώματα, τα σχετικά καρναβαλίστικα άρματα, το μεθύσι αλλά και οι βωμολοχίες…Και κάπου εδώ κολλάει η γλωσσολογία!

Το 1984 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Νεφέλη” το έργο “Νεοελληνική αθυροστομία” της Μαίρης Κακουλέ στο οποίο περιέχονται κάθε είδους αισχρολογίες του ελληνικού λαού. Χρειάστηκαν μάλιστα κάμποσοι τόμοι για να καταγράψει όσες περισσότερες μπορούσε! Το βιβλίο της Κακουλέ όπως ήταν φυσικό βρήκε αρκετούς επικριτές. Χαρακτηρίστηκε όμως από άλλους ως γλωσσολογικό μνημείο, γιατί μετά από έρευνα κατέγραψε τη γλώσσα χωρίς να την (κατα)κρίνει!

Αν ψάχνετε βέβαια πιο “φρέσκο πράμα”, επισκεφτείτε το slang.gr! Είναι λιγότερο επιστημονικό, αλλά είναι σίγουρα πιο ενημερωμένο!



κι ειμαστε ακομα ζωνιανοι!
Δεκεμβρίου 13, 2009, 16:58
Filed under: γλωσσικες ποικιλιες, διαλεκτολογια | Ετικέτες:

“Ποιανού λαού αλφάβητο, ποιες λέξεις να ταιριάξω
να περιγράψουν τις ευχές που θέλω να σας γράψω!”

(κρητική εορταστική μαντινάδα)

Τώρα που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου, έπεσε στα χέρια μου ένα ημερολόγιο του ’10 με θέμα την Κρήτη. Έτσι σκέφτηκα να γράψω δυο λόγια για την κρητική διάλεκτο, μια διάλεκτο που μιλιέται όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε περιοχές της Τουρκίας από μουσουλμάνους κρητικούς που έφτασαν εκεί με την ανταλλαγή πληθυσμών.

Η διάλεκτος των κρητικών διαφοροποιείται έντονα από περιοχή σε περιοχή. Δηλαδή δεν μιλούν όλοι στο νησί την ίδια μορφή της γλώσσας. Ωστόσο μεταξύ αυτών των διαφορετικών εκδοχών της διαλέκτου, μπορούμε να διακρίνουμε μερικά σταθερά για όλες χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα τα άρθρα “τση” (αντί “της”) και “τσι” (αντί “τους” και “τις”). Επίσης σε όλες συναντάμε την κατάληξη -ομε στο ρήμα, π.χ. έχομε (αντί έχουμε). Όλοι οι κρητικοί απλοποιούν λέξεις στις οποίες εμφανίζονται συνεχόμενα σύμφωνα, π.χ. “άθρωπος” (αντί “άνθρωπος”). Η αντωνυμία μπαίνει σχεδόν πάντα μετά το ρήμα, δηλαδή αντί “σε ρωτώ” λένε “ρωτώ σε”, εκτός βέβαια από την περίπτωση που το ρήμα είναι σε προστακτική, “ένα ντάκο μου κάμε” αντί “κάνε μου έναν ντάκο!” (μιαμ μιαμ!) :D

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεξιλόγιο τους. Πολλές λέξεις δεν υπάρχουν στην κοινή νέα ελληνική: κοπέλλι (=παιδί), κουζουλός (=τρελός), επαέ (=εδώ) κτλ. Άλλες ενώ υπάρχουν στην κοινή, στα κρητικά έχουν άλλη σημασία: κουράδι (=κοπάδι), πράμα (=τίποτα), χτήμα (=γάιδαρος). Τέλος πολλές λέξεις τους θεωρούνται αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής προέλευσης, ενώ υπάρχουν κι αρκετά λατινικά, ιταλικά και τουρκικά δάνεια.



φιλουθκια!

Πρόσφατα μιλούσα με έναν φίλο, του οποίου ο Κύπριος γείτονας έβαλε καταλάθος φωτιά στο διαμέρισμά του. Ο τύπος έντρομος είχε βγει το πρωί στο μπαλκόνι και φώναζε κάτι για τον “τζισβέ” του (δηλαδή το μπρίκι του). Ο φίλος μου αφού μου αφηγήθηκε το περισταστικό, αναφώνησε “Τι γλώσσα κι αυτή ε;!” κι όταν του απάντησα “Δεν είναι άλλη γλώσσα, αλλά ελληνική διάλεκτος, σαν τη δική σου τη θεσσαλική!” έμεινε να με κοιτάει…

Η Κυπριακή ανήκει στα νότια ιδιώματα της ελληνικής και μάλιστα στη νησιωτική ζώνη του ίντα *. Οι Κύπριοι στην καθημερινότητα τους μιλούν τη διάλεκτο, όμως στο σχολείο διδάσκονται την κοινή νέα ελληνική (την ίδια με εμάς!), την οποία χρησιμοποιούν επιπλέον σε επίσημες περιστάσεις στο γραπτό και προφορικό λόγο. Η κυπριακή διάλεκτος απ’την άλλη δεν διαθέτει γραμματικές και λεξικά, ούτε καν ορθογραφία. Ωστόσο για τους Κύπριους η διάλεκτος τους είναι η φυσική τους γλώσσα, ενώ η νέα ελληνική (η νόρμα) τους φαίνεται τεχνητή μιας κι απέχει πολύ από την καθημερινή γλώσσα επικοινωνίας τους.

Δυο βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής είναι η διατήρηση του τελικού -ν σε πολλά ονόματα και ρήματα, π.χ. τραπέζιν, τραυούμεν αλλά και η σίγηση των β, γ, δ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φωνήεντα, π.χ. φοούμαι=φοβούμαι. Στο λεξιλόγιο της κυπριακής συναντάμε πολλούς αρχαϊσμούς, π.χ. ορτσούμαι=χορεύω (από το αρχαίο ορχούμαι), αλλά και δάνεια:  παλαιά γαλλικά -μιας κι η Κύπρος από το 1911 ήταν φραγκικό κρατίδιο-όπως το κουφουρκιάζω=παρηγορώ (από το coumfortar), ιταλικά και βενετικά-λόγω της Ενετοκρατίας που ακολούθησε- όπως κουρτέλλα=μαχαίρι (από το coltella), τουρκικά -λόγω Τουρκοκρατίας- όπως καΐσ̌ιν=παγίδα (από το kayış) και τέλος αγγλικά -λόγω της παρουσίας των άγγλων από το 1878- όπως σέντερ=αποστολέας (από το sender).

(Αsterix στα Κυπριακά)

*όπως κι οι Κρητικοί, αντί για “τι” ρωτάνε με το “ίντα”.




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.