i love linguistics!


ποιος εισαι; ο ατλας;;!!

need help?

Είμαι σίγουρη ότι οι περισσότεροι από εσάς έχετε ανακαλύψει πως μοιράζεστε κοινές ιδιωματικές λέξεις με κάποιον φίλο σας που δεν είναι συντοπίτης σας. Για παράδειγμα εμείς οι Λαρισαίοι λέμε “με τζουνάει η κουβέρτα” εννοώντας ότι μας τσιμπάει, γρατζουνάει το δέρμα μας. Τη λέξη αυτή χρησιμοποιούν και φίλοι μου από την Κατερίνη. Αυτή η παρατήρηση επιβεβαιώνει-κάπως απλοϊκά βέβαια- ότι τα ιδιώματα δεν είναι αυστηρά χωρισμένα ανά περιοχή κι ότι κάθε γραμματικό ή λεξιλογικό φαινόμενο μπορεί να απαντηθεί σε περισσότερα από ένα ιδιώματα. Για το λόγο αυτό οι γλωσσολόγοι δημιούργησαν γλωσσικούς άτλαντες, δηλαδή γεωγραφικούς χάρτες που αποτυπώνουν το πώς κατανέμεται ένα διαλεκτικό φαινόμενο σε μια περιοχή.

Φανταστείτε έναν ερευνητή που θέλει να δείξει στο χάρτη της Ελλάδας τις περιοχές στις οποίες οι ομιλητές διατηρούν το τελικό “ν” στα ονόματα. Αφού επιλέξει τις κατάλληλες φράσεις και λέξεις και συλλέξει τα στοιχεία με τη βοήθεια ειδικών ερωτηματολογίων, διαπιστώνει ότι το φαινόμενο αυτό συναντάται στα ιδιώματα των Δωδεκανήσων, στη Χίο, τη Νάξο κτλ, την Κύπρο και τη Μικρασία. Ο ερευνητής θα χαράξει πάνω στο χάρτη γραμμές-όρια, μέσα στα οποία εμφανίζεται το φαινόμενο της διατήρησης του “ν”. Οι γραμμές αυτές ονομάζονται ισόγλωσσα. Πέρα από αυτές εμφανίζονται βέβαια διαφορετικά γλωσσικά φαινόμενα.

Συνήθως σε ένα γλωσσικό άτλαντα αποτυπώνονται πολλά γλωσσικά φαινόμενα με αποτέλεσμα να γίνεται χαμός από γραμμές. Σε τέτοιους χάρτες ο γλωσσολόγος ομαδοποιεί τις γραμμές σε “δέσμες ισογλώσσων” προκειμένου να βρει τα όρια κάθε διαλέκτου. Παρατηρεί δηλαδή σε ποιες περιοχές έχουν συγχρόνως την ίδια προφορά, δίνουν την ίδια σημασία στις ιδιωματικές λέξεις, θέτουν τις ίδιες καταλήξεις και μοιράζονται κοινά συντακτικά χαρακτηριστικά, ώστε να ορίσει στο χάρτη την περιοχή που μιλιέται η διάλεκτος.

Για παράδειγμα, τα χωριά των οποίων οι κάτοικοι παρουσιάζουν τα εξής κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά: διατηρούν το αρχαίο δωρικό α /a/ π.χ. “μάτη”, από το μάτηρ=μητέρα, τρέπουν το “κ” [k] σε “τσ” [t∫] μπροστά από τα /e/ και /i/ π.χ. τσίπο=κήπος, σχηματίζουν τον ενεστώτα και τον παρατατικό περιφραστικά με τον συνδυασμό του ρήματος έμι=είμαι και τη μετοχή του ενεστώτα π.χ. έμι έχου=έχω, έμα έχου=είχα, μοιράζονται κοινό ιδιωματικό λεξιλόγιό π.χ. ασάτη=κόρη, κτλ, σημειώνονται στο χάρτη ως η περιοχή στην οποία μιλιούνται τα τσακώνικα.



ή ταν ή ταπιταν!

Όσοι λύνετε σταυρόλεξα σίγουρα συναντάτε συχνά τον ορισμό “ΤΗΝ…ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ” που έχει σαν απάντηση το “ΤΑΝ” (θυμηθείτε το γνωστό “ή ταν ή επί τας” που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες καθώς έδιναν στους γιους τους την ασπίδα για τη μάχη). Το “ΤΑΝ” δηλαδή είναι άρθρο της δωρικής διαλέκτου κι αντιστοιχεί στο άρθρο “ΤΗΝ” της αττικής διαλέκτου. Επομένως το “ή ταν ή επί τας” στην αττική είναι “ή την [ασπίδα] ή επί της [ασπίδος]” δηλαδή ή να φέρεις την ασπίδα ή να σε φέρουν πάνω στην ασπίδα νεκρό (μάνα να σου πετύχει! :P ).

Η Αθήνα και η Σπάρτη λοιπόν εκτός από τις διαφορές που έκαναν την έχθρα τους να μείνει στην ιστορία, διαφέρουν και στη γλώσσα! Κι αφού όλοι λίγο πολύ κατανοούμε την αττική διάλεκτο που διδαχτήκαμε στο σχολείο, θα σας μιλήσω για μερικές διαφορές της με τη δωρική.

Η δωρική όπως είδαμε διατηρεί το μακρό ᾱ της Ινδοευρωπαϊκής ενώ η αττική το τρέπει σε μακρό ανοιχτό ē, δηλαδή “η”. Άλλη μια διαφορά συναντά κανείς στα αριθμητικά των δύο διαλέκτων. Αν ένας Αθηναίος έλεγε “Οι τριακόσιοι” ο Λεωνάιντας θα του απαντούσε “Ποιοι τριακόσιοι;! This is Sparta! Οι τριακάτιοι εννοείς!”…  :D Μήπως θυμάστε πόσο δύσκολα μαθαίναμε στο σχολείο ότι το τρίτο πληθυντικό του Ενεστώτα κάνει “παιδεύουσιν” κι όχι “παιδεύουν” όπως στα νέα ελληνικά; Πάλι καλά να λέτε που δε μαθαίναμε και δωρική διάλεκτο, γιατί εκεί κάνει “παιδεύοντι“! Αφήστε που σε ορισμένες λέξεις οι Σπαρτιάτες έβαζαν το βραχύ ᾰ εκεί που η Αθηναίοι βάζαν το ε, π.χ. ἱαρός-ἱερός! Ας μη μιλήσω για εκείνες τις λέξεις που συναντάμε μόνο στη δωρική, όπως πάομαι = αποκτώ ή λείω= θέλω.

Κι αφού κάπου εδώ τελειώσαμε με τα γλωσσολογικά, θα παρακαλούσα όποιον γνωρίζει να μου θυμίσει το κόλπο με το οποίο βρίσκω εύκολα τους αρχαίους ελληνικούς αριθμούς… Έχουμε κι ένα σταυρόλεξο να λύσουμε! :D



πετραδακι, πετραδακι για τα σενα το ‘χτισα

Για όσους αναρωτιούνται, το blog είχε προσωρινά κατεβάσει ρολά γιατί απουσίαζα. Βρισκόμουν σε ένα μικρό χωριό του Βοΐου, το Δίλοφο, χωρίς πρόσβαση στο internet (και σε άλλα βασικότερα απ’αυτό πράγματα!). Το πετρόχτιστο αυτό χωριουδάκι μοιάζει να έχει μείνει πίσω στο χρόνο-περισσότερο από κάθε άλλο στην περιοχή-γιατί δεν καίγεται για τουρισμό (ή ακόμα κι αν καίγεται,τουλάχιστον δεν το δείχνει)! Δεν υπάρχει καν ξενώνας για να μείνει κάποιος επισκέπτης. Αν ενδιαφέρεστε για διακοπές στο βουνό πρέπει να μείνετε σε ένα από τα κοντινά κεφαλοχώρια .

Όλα τα χωριά της περιοχής χαρακτηρίζονται μαστοροχώρια, γιατί σ’αυτά διέμεναν φημισμένοι τεχνίτες της πέτρας, οι οποίοι κατασκεύζανε τα πανέμορφα πέτρινα αρχοντικά που συναντάμε στο Βόιο. Εκτός όμως από αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, η περιοχή παρουσιάζει και γλωσσολογικό βεβαίως βεβαίως!

Οι τεχνίτες της περιοχής είχαν αναπτύξει μια κοινωνιόλεκτο ή καλύτερα μία επαγγελματική διάλεκτο για να μη γίνονται κατανοητοί από τους “ανεπιθύμητους” (χαρακτηριστική είναι η μαστόρικη έκφραση “μη ξιφλιάς, τσλίζ ου μπαρός” που σημαίνει “μη μιλάς, ακούει το αφεντικό”). Η διάλεκτος αυτή ονομάζεται κουδαρίτικα κι απαντάται με μικρές διαφοροποιήσεις στην Ήπειρο και τη Θράκη.  Θυμάμαι τον παππού μου που ήταν μάστορας από τον Πεντάλοφο Βοΐου να χρησιμοποιεί “μαστόρικες” λέξεις όπως μαλέτσ’κος που θα πει μικρός ή ξούλια, τα ρούχα.

Το συνθηματικό αυτό λεξιλόγιο δεν διαδόθηκε ποτέ τόσο ώστε λέξεις του να περάσουν στην καθημερινή μας ομιλία σαν αργκό (όπως συνέβη με άλλες κοινωνιολέκτους, π.χ. τα καλιαρντά). Το μόνο που έχω ακούσει να λέγεται από λίγους είναι η λέξη μπαρίνα, δηλαδή γκόμενα. Στη μαστόρικη βέβαια σήμαινε τη γυναίκα του αφεντικού.



κι ειμαστε ακομα ζωνιανοι!
Δεκεμβρίου 13, 2009, 16:58
Filed under: γλωσσικες ποικιλιες, διαλεκτολογια | Ετικέτες:

“Ποιανού λαού αλφάβητο, ποιες λέξεις να ταιριάξω
να περιγράψουν τις ευχές που θέλω να σας γράψω!”

(κρητική εορταστική μαντινάδα)

Τώρα που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου, έπεσε στα χέρια μου ένα ημερολόγιο του ’10 με θέμα την Κρήτη. Έτσι σκέφτηκα να γράψω δυο λόγια για την κρητική διάλεκτο, μια διάλεκτο που μιλιέται όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε περιοχές της Τουρκίας από μουσουλμάνους κρητικούς που έφτασαν εκεί με την ανταλλαγή πληθυσμών.

Η διάλεκτος των κρητικών διαφοροποιείται έντονα από περιοχή σε περιοχή. Δηλαδή δεν μιλούν όλοι στο νησί την ίδια μορφή της γλώσσας. Ωστόσο μεταξύ αυτών των διαφορετικών εκδοχών της διαλέκτου, μπορούμε να διακρίνουμε μερικά σταθερά για όλες χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα τα άρθρα “τση” (αντί “της”) και “τσι” (αντί “τους” και “τις”). Επίσης σε όλες συναντάμε την κατάληξη -ομε στο ρήμα, π.χ. έχομε (αντί έχουμε). Όλοι οι κρητικοί απλοποιούν λέξεις στις οποίες εμφανίζονται συνεχόμενα σύμφωνα, π.χ. “άθρωπος” (αντί “άνθρωπος”). Η αντωνυμία μπαίνει σχεδόν πάντα μετά το ρήμα, δηλαδή αντί “σε ρωτώ” λένε “ρωτώ σε”, εκτός βέβαια από την περίπτωση που το ρήμα είναι σε προστακτική, “ένα ντάκο μου κάμε” αντί “κάνε μου έναν ντάκο!” (μιαμ μιαμ!) :D

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεξιλόγιο τους. Πολλές λέξεις δεν υπάρχουν στην κοινή νέα ελληνική: κοπέλλι (=παιδί), κουζουλός (=τρελός), επαέ (=εδώ) κτλ. Άλλες ενώ υπάρχουν στην κοινή, στα κρητικά έχουν άλλη σημασία: κουράδι (=κοπάδι), πράμα (=τίποτα), χτήμα (=γάιδαρος). Τέλος πολλές λέξεις τους θεωρούνται αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής προέλευσης, ενώ υπάρχουν κι αρκετά λατινικά, ιταλικά και τουρκικά δάνεια.



φιλουθκια!

Πρόσφατα μιλούσα με έναν φίλο, του οποίου ο Κύπριος γείτονας έβαλε καταλάθος φωτιά στο διαμέρισμά του. Ο τύπος έντρομος είχε βγει το πρωί στο μπαλκόνι και φώναζε κάτι για τον “τζισβέ” του (δηλαδή το μπρίκι του). Ο φίλος μου αφού μου αφηγήθηκε το περισταστικό, αναφώνησε “Τι γλώσσα κι αυτή ε;!” κι όταν του απάντησα “Δεν είναι άλλη γλώσσα, αλλά ελληνική διάλεκτος, σαν τη δική σου τη θεσσαλική!” έμεινε να με κοιτάει…

Η Κυπριακή ανήκει στα νότια ιδιώματα της ελληνικής και μάλιστα στη νησιωτική ζώνη του ίντα *. Οι Κύπριοι στην καθημερινότητα τους μιλούν τη διάλεκτο, όμως στο σχολείο διδάσκονται την κοινή νέα ελληνική (την ίδια με εμάς!), την οποία χρησιμοποιούν επιπλέον σε επίσημες περιστάσεις στο γραπτό και προφορικό λόγο. Η κυπριακή διάλεκτος απ’την άλλη δεν διαθέτει γραμματικές και λεξικά, ούτε καν ορθογραφία. Ωστόσο για τους Κύπριους η διάλεκτος τους είναι η φυσική τους γλώσσα, ενώ η νέα ελληνική (η νόρμα) τους φαίνεται τεχνητή μιας κι απέχει πολύ από την καθημερινή γλώσσα επικοινωνίας τους.

Δυο βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής είναι η διατήρηση του τελικού -ν σε πολλά ονόματα και ρήματα, π.χ. τραπέζιν, τραυούμεν αλλά και η σίγηση των β, γ, δ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φωνήεντα, π.χ. φοούμαι=φοβούμαι. Στο λεξιλόγιο της κυπριακής συναντάμε πολλούς αρχαϊσμούς, π.χ. ορτσούμαι=χορεύω (από το αρχαίο ορχούμαι), αλλά και δάνεια:  παλαιά γαλλικά -μιας κι η Κύπρος από το 1911 ήταν φραγκικό κρατίδιο-όπως το κουφουρκιάζω=παρηγορώ (από το coumfortar), ιταλικά και βενετικά-λόγω της Ενετοκρατίας που ακολούθησε- όπως κουρτέλλα=μαχαίρι (από το coltella), τουρκικά -λόγω Τουρκοκρατίας- όπως καΐσ̌ιν=παγίδα (από το kayış) και τέλος αγγλικά -λόγω της παρουσίας των άγγλων από το 1878- όπως σέντερ=αποστολέας (από το sender).

(Αsterix στα Κυπριακά)

*όπως κι οι Κρητικοί, αντί για “τι” ρωτάνε με το “ίντα”.



γλωσσολογ-ιδης

“Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε!”* Όχι, δεν άρχισα τις ξένες γλώσσες. Όσο παράξενο κι αν σας φαίνεται, η διάλεκτος που μόλις χρησιμοποίησα είναι νεοελληνική. Πρόκειται για την ποντιακή διάλεκτο που μιλούσαν οι ελληνόφωνοι του Ευξείνου Πόντου στη βορειοανατολική Μικρά Ασία.

psomiadisΣίγουρα ξέρετε κάποιον πόντιο που είτε ο ίδιος είτε κάποιο μέλος της οικογένειάς του την έχουν για δεύτερη γλώσσα και τη χρησιμοποιούν σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Με το να συνεχίζουν να μιλάνε ποντιακά, επιβεβαιώνουν την κοινή καταγωγή τους αλλά και την επιθυμία τους να διατηρήσουν τη διάλεκτο, καθώς κινδυνεύει να χαθεί.

Η ποντιακή ανήκει στις ανατολικές ελληνικές διαλέκτους κι έχει τις ρίζες της στην ελληνιστική κοινή. Η διάλεκτος αυτή παρουσίασε σημαντικές διαφορές σε σχέση με την ελληνική, αφενός γιατί ο Πόντος ήταν απομονωμένος από την υπόλοιπη βυζαντινή αυτοκρατορία κι αφετέρου γιατί ανεξαρτητοποιήθηκε, δημιουργώντας την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Η Ποντιακή δεν διέθετε γραφή γι’αυτό και δεν έχουμε κείμενα μέχρι τον 19ο αιώνα. Η συστηματική  καταγραφή διαλεκτικών κειμένων αρχίζει με τη δημιουργία του περιοδικού “Αρχείον Πόντου”, όμως το σύστημα γραφής που χρησιμοποιείται, αδυνατεί να αποδώσει τις ιδιαιτερότητες της διαλέκτου. Η ακριβέστερη καταγραφή της ξεκινά το 1980 με τη βοήθεια του σύγχρονου φωνητικού συστήματος.

Μερικά χαρακτηριστικά της ποντιακής είναι ότι το /η/ προφέρεται ως [e]: νύφη > [nífe]. Το τελικό [n] διατηρείται κι επεκτείνεται μάλιστα και σε λέξεις που δεν “δικαιολογείται” π.χ. χώμαν [xόman].Τέλος χαρακτηριστική είναι η αντωνυμία “αούτος” ή “αβούτος” (=αυτός). Η ποντιακή εκτός της ελληνικής επηρεάστηκε κι από την τουρκική, την αρμενική, τη γεωργιανή, την κουρδική και τις τουρανικές γλώσσες και παρουσίασε μάλιστα έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση ανά περιοχές. Ωστόσο, οι σύγχρονοι Πόντιοι χρησιμοποιούν μια “κοινή” ποντιακή διάλεκτο, σαφώς επηρεασμένη από τη νεοελληνική.

Η ποντιακή υπολογίζεται να έχει πάνω από 300.000 ομιλητές σήμερα. Αν και πουθενά δεν είναι επίσημη γλώσσα, τη διάλεκτο συνεχίζουν να μιλούν ελληνόφωνοι στις επαρχίες Όφη και Çaykara στην Τουρκία, άλλα και σε κάποιες περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης.

*θυσία να γίνω για σένα




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.