i love linguistics!


intro
Σεπτεμβρίου 11, 2009, 16:51
Filed under: plus | Ετικέτες:

protosinaitic γλωσσολογία

Μία λεξη με 2 [lo] που  δεν μπορεί παρά να ηχεί «βαριά» στα αυτιά εκείνων που δεν ξέρουν τι σημαίνει. Μια επιστήμη που από το όνομά της  και μόνο δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις για τους ανθρώπους που ασχολούνται μ’αυτήν. Ποιος δεν θα έπαιρνε όρκο ότι οι γλωσσολόγοι δεν είναι σίγουρα πολύγλωσσ@ ή και μεταφραστ@ς;

Στην πραγματικότητα οι γλωσσολόγοι είναι ντετέκτιβ της γλώσσας! Είναι αυτ@ που κρυμμέν@, παρακολουθούν και καταγράφουν μια γλώσσα σε διάφορες φάσεις της (τι κάνει η γλώσσα αυτή τώρα που τη μιλάμε, τι έκανε παλιότερα, τι σχέσεις διατηρεί με άλλες γλώσσες κτλ). Σαν καλ@ ντετέκτιβ οι γλωσσολόγοι δεν επεμβαίνουν ποτέ, ούτε αξιολογούν τη γλώσσα που παρατηρούν. Αν το έκαναν θα τη ρύθμιζαν, παραποιώντας τα τεκμήρια! Θα την έκαναν κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα! Το πόρισμα της έρευνας θα ήταν λάθος κι ο πελάτης ή η πελάτισσά τους σίγουρα δεν θα έμενε ικανοποιημέν@!

Όμως μην μπερδεύεστε! Οι γλωσσολόγοι δεν είναι και οι καλύτερ@ ομιλητ@ς της γλώσσας με την οποία ασχολούνται! Κι  αυτό γιατί δεν ξέρουν τι είναι το σωστό και τι το λάθος! Αυτό που προσπαθούν να μάθουν τελικά είναι τι χρησιμοποιείται και γιατί!

Το blog αυτό επιχειρεί να σας βάλει πίσω από τα μαύρα γυαλιά και την ανοιχτή τους εφημερίδα… Έχουμε λοιπόν μια υπόθεση να λύσουμε…



Βρες τη λέξη!

rolling pinΠρόσφατα σχολιάζοντας κάτι γνωστ@ς, μία φίλη με πληροφόρησε ότι κάποιος είναι «αλκομανής». Τη λέξη αυτή ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή, τη θέση της οποίας πήραν τα τρανταχτά γέλια όλων μας… Μα «αλκομανής»;! Προφανώς η κοπέλα ήθελε να πει «αλκοολικός» ωστόσο για κάποιο λόγο δεν της ήρθε η λέξη στο μυαλό κι έτσι συνδύασε το β’ συνθετικό -μανής (το οποίο χαρακτηρίζει το πρόσωπο που διακατέχεται από την υπερβολική τάση ικανοποίησης μιας επιθυμίας) με το πρώτο συνθετικό «αλκόολ» -και μάλιστα με τον τύπο «αλκόλ», κατόπιν αποβολής του ενός [ο] που δημιουργούσε χασμωδία-. Όπως μας αποκάλυψε η φίλη όταν κόπασαν τα γέλια, προς στιγμήν σκέφτηκε να πει «αλκοομανής», αλλά δεν της ακούγονταν καλά! Ως προς τη σημασία πάντως το α’ συνθετικό δηλώνει ακριβώς το «αντικείμενο» της υπερβολικής επιθυμίας για την κάλυψη της οποίας το πρόσωπο έχει μανία.

Ο γλωσσικός τύπος που χρησιμοποιεί τυχαία ένας ομιλητής σε μία μόνο συγκεκριμένη στιγμή είναι γνωστός ως λέξη λεξιπλασίας (nonce word). Αν δεν πρόκειται απλώς για λέξη, αλλά για μια ολόκληρη φράση, αυτή ονομάζεται σχηματισμός λεξιπλασίας (ένας φίλος έχει πει κάποτε «τρόπος που λέει» αντί για «τρόπος του λέγειν»).

Φυσικά λεξιπλασία θεωρείται και η εσκεμμένη εφεύρεση ενός γλωσσικού τύπου. Σ’ αυτή συνήθως προβαίνουν οι δημοσιογράφοι όταν θέλουν να κάνουν ένα λογοπαίγνιο στους τίτλους τους. Στους δικούς μου εξυπνακίστικους τίτλους, ας πούμε, θα βρείτε πολλά τέτοια παραδείγματα! :P Αγαπημένη μου βέβαια εσκεμμένη λεξιπλασία είναι ένας γλωσσικός τύπος που δημιούργησε πριν κάποια χρόνια μια παλιά μου μαθήτρια. Εκείνη σε ένα επαναληπτικό μάθημά μας αναφωνούσε «Χάος, χάος, χάος» μπροστά στον όγκο της ύλης των Αρχαίων. Κάποια στιγμή που της έδειξα κάτι πολύ περίπλοκο λέει «Όπα! Χαώθηκα!». Όταν τη ρώτησα αν πρόκειται για slang λέξη, μου είπε όχι και ότι μόλις την δημιούργησε επίτηδες! Ήμουν παρούσα λοιπόν στον τοκετό μιας τέλειας λέξης που εγώ χρησιμοποιώ ακόμα και σήμερα! Να μας ζήσει! :)

Πολλές φορές πάντως η λεξιπλασία γίνεται νεολογισμός. Αυτό συμβαίνει όταν αυτές οι λέξεις ή φράσεις υιοθετούνται από τις γλωσσικές κοινότητες. Σ’ ένα από τα τελευταία κείμενα που δουλέψαμε με τα παιδιά στο φροντιστήριο υπήρχε η λέξη «οχυρώνομαι» και τους ζήτησα να μου βρουν μια συνώνυμή της που να ταιριάζει στο συγκεκριμένο γλωσσικό πλαίσιο. Ένας μαθητής λοιπόν είπε «καμπερώνομαι» και όλα τα παιδιά συμφώνησαν. «Τι είναι αυτό;!» ρώτησα απορημένη (και εμφανώς πιο γριά απ’ όλ@ς! :P ). Mου είπαν ότι είναι ένα ρήμα που χρησιμοποιούν στο διαδικτυακό παιχνίδι Counter Strike για να δηλώσουν ότι κάποι@ς ταμπουρώνεται πίσω από ένα εμπόδιο και αφήνει την υπόλοιπη ομάδα να βγάζει το φίδι απ’την τρύπα! Στο παιχνίδι αυτ@ς που το κάνει (ή η ενέργεια που κάνει -θα σας γελάσω!-) λέγεται camper. Εξού και το «καμπερώνομαι»!



Δεν ήξερες; Δεν γκούγλαρες;

nrsysrtnyΧτες έπεσα πάνω στη γλωσσικού ενδιαφέροντος εκπομπή της ΝΕΡΙΤ «Οι λέξεις φταίνε». Η φράση του τίτλου αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο (το ποίημα της Δημουλά «Επεισόδιο») και ενταγμένη στο πλαίσιο μιας εκπομπής που παρουσιάζει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης (και η Βίκυ Φλέσσα) αποκτά μια άλλη σημασία. Υπονοεί -ορθώς- την τιμωρητική διάθεση του καθηγητή απέναντι στις λέξεις… Γιατί στην εκπομπή αυτή όντως φταίνε οι λέξεις, γι’αυτό ο Μπαμπινιώτης είναι εδώ να τις «μαλώσει» και να τις «σωφρονίσει»! :)

Χτες έφταιγε η λέξη «γκουγκλάρω». Προτού φτάσει βέβαια σ’ αυτή, είχε ενημερώσει τους τηλεθεατές ότι εκείνος είναι «ο πατήρ της λέξεως διαδίκτυο». Πράγματι το 1997 ο Μπαμπινιώτης πρότεινε την αντικατάσταση της λέξης «ίντερνετ» από τη λέξη «διαδίκτυο» σαν μεταφραστικό δάνειο (inter+net = δια+δίκτυο). Η πρότασή του υποθέτω ότι υιοθετήθηκε πρώτα από τα ΜΜΕ, την εκπαίδευση κτλ κι έτσι ο κόσμος τη γνώρισε, του φάνηκε βολική κι άρχισε να τη χρησιμοποιεί. Και λέω υποθέτω γιατί το ’97 ήμουν μικρή και δεν θυμάμαι να έγινε κάποιου είδους «σταυροφορία» υπέρ της χρήσης του όρου «διαδίκτυο» από ομιλητ@ς. Αν η λέξη πέρασε με κάποιον άλλο τρόπο βέβαια στο λεξιλόγιό μας ελπίζω να μας το πει κάποι@ς μεγαλύτερ@ς.

Το γεγονός πάντως ότι η συγκεκριμένη πρόταση του Μπαμπινιώτη εφαρμόστηκε με επιτυχία (ως ένα βαθμό, γιατί μην ξεχνάτε ότι υπάρχει ακόμα η λέξη «ίντερνετ» και είναι εξίσου εύχρηστη) δε σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι για κάθε δάνεια λέξη που πάει να μπει στη γλώσσα πρέπει να βάζουμε για τροχονόμο μια αυθεντία, που θα αποφασίσει αν η λέξη θα περάσει ή δεν θα περάσει έτσι. Ο Μπαμπινιώτης ωστόσο στο κείμενο του ’97, που εισηγήθηκε τη χρήση του όρου «διαδίκτυο», πρότεινε να συσταθεί «μια ευρύτερη διεπιστημονική επιτροπή (…) που θα αναλάβει να εισηγείται εγκαίρως, όταν πρωτοεμφανίζονται, την απόδοση στην Ελληνική ξένων, νεοεισερχομένων όρων ή λέξεων ευρύτερης χρήσεως.». Η γλωσσική τροχαία του Μπαμπινιώτη θα προλάμβανε («γλωσσική πρόληψη» το λέει) και θα εκτελούσε, προτού καλά καλά προλάβουν οι ομιλητ@ς να δουν αν τους βολεύει η δάνεια περισσότερο από την «ελληνική» εναλλακτική της.

Και για να επανέλθω στο «γκουγκλάρω»: Του Μπαμπινιώτη δεν του αρέσει. Αν η τροχαία του είχε συσταθεί, τη λέξη αυτή ίσως να μη τη γνώριζες ποτέ. Τώρα που η τροχαία δεν υπάρχει, ο Μπαμπινιώτης προβληματίζεται σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αλλάξει τη λέξη και να την κάνει πιο ελληνική… Πιο ελληνική απ’το να πάρεις διαισθητικά το όνομα του ξένου κολοσσού και να προσθέσεις μια κατάληξη του κλιτικού συστήματος της ελληνικής…Κι ο Μπαμπινιώτης ακόμα ψάχνει! :)

Φυσικά δεν έπεσε στην παγίδα της Φλέσσα που πρότεινε τη φωνητική ελληνοπρεπή απόδοση «γούγλης», «γουγλάρω» κτλ. Να πω την αλήθεια την παραλλαγή αυτή του «γκουγκλάρω» την συναντώ που και που, ωστόσο νομίζω ότι επιλέγεται περισσότερο για πλάκα, πάρα ως «δήλωση» εναντίον της ξενόφερτης λέξης google. Την πρόταση της Φλέσσα ο Μπαμπινιώτης έσπευσε να την μαζέψει. Η ίδια το κατάλαβε και άρχισε να επαινεί και πάλι τον Μπαμπινιώτη για την πατρότητα του όρου «διαδίκτυο». «Αυτά χρειαζόμαστε στην ελληνική» είπε ο Μπαμπινιώτης που ξέρει τι χρειαζόμαστε στην ελληνική (για εμάς χωρίς εμάς). «Προσπάθεια και πειθαρχία» απάντησε η Φλέσσα.

Ανατρίχιασα.



το παπακι παει στην ποταμια
Ιανουαρίου 7, 2015, 11:09
Filed under: γλωσσικος σεξισμος | Ετικέτες: , ,

Καλή χρόνια αναγνώστ@ς!

Στο τελευταίο post του 2014 ανοίχτηκε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για την επιλογή μου να χρησιμοποιώ στα ηλεκτρονικά μου κείμενα το @ στις καταλήξεις των ονομάτων, προκειμένου να αναπαραστήσω τόσο την αρσενική όσο και τη θηλυκή κατάληξη. Όταν για παράδειγμα γράφω «ομιλητ@ς» εννοώ τους ομιλητές, τις ομιλήτριες, αλλά και όσους ανθρώπους δεν αυτοπροσδιορίζονται ως άντρες ή γυναίκες. Περιττό να πω ότι δεν πρόκειται για δική μου πατέντα.

Αυτή η όχι και τόσο διαδεδομένη λύση δεν έχει όνομα, όπως τα διάσημα greeklish, ας πούμε, που είναι η επιλογή μας να γράφουμε με λατινικούς χαρακτήρες τα ελληνικά. Παρ’όλα αυτά η χρήση του παπακίου γίνεται από αρκετ@ς συντάκτ@ς ηλεκτρονικών κειμένων. Το @ χρησιμοποιείται λοιπόν σε συγκεκριμένα γλωσσικά περιβάλλοντα (στα ηλεκτρονικά κείμενα) και έχει σαφείς συνδηλώσεις (πρόκειται για μια φεμινιστική επιλογή). Η λύση του @ προτάθηκε από ισπανόφωνους γλωσσολόγ@ς που θέλουν να «θεραπεύσουν» τη γενικευτική χρήση του αρσενικού (η οποία ισχύει και στα ελληνικά: να λέμε δηλαδή «ομιλητές» και για τους άντρες και για τις γυναίκες και για όσους δεν αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοι@). Το «θεραπεύσουν» το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί αφενός η γενικευτική χρήση δεν είναι μια ασθένεια κι αφετέρου γιατί επιστημον@ς της γλώσσας δεν διορθώνουν. Παρατηρούν και καμιά φορά προτείνουν.

Η χρήση του @ είναι κατά τη γνώμη όσων την προτιμούν μια ανεπαίσθητη αλλαγή της μορφολογίας μιας λέξης, αφού λείπει ένα ή το πολύ τρία γράμματα του κλιτικού μορφήματος. Αυτό θεωρητικά δεν δημιουργεί πρόβλημα, μιας και οι καταλήξεις των ονομάτων είναι πασίγνωστες (στην ουσία τις λέξεις σε ένα γραπτό κείμενο τις περιτρέχουμε με τα μάτια, δεν τις σκανάρουμε σχολαστικά γράμμα το γράμμα). Σαφέστατα όμως πρόκειται για «παρέκκλισή» από τη γραπτή νόρμα, κάτι που ενδεχομένως δυσκολεύει ορισμέν@ς αναγνώστ@ς.

Και κάπου εδώ γεννιέται το μεγάλο ερώτημα: Πώς το προφέρουμε αυτό το πράμα; Στα ισπανικά έχει προταθεί ένας ήχος ανάμεσα στο [a] και το [e] που θα διαφοροποιεί το όνομα από την αρσενική ή τη θηλυκή του κατάληξη (λύση όχι ακόμα καθολικά αποδεκτή). Στα ελληνικά δεδομένου ότι η χρήση του @ είναι μιμητική και δεν έχει μελετηθεί ακόμα από έλλην@ς γλωσσολογ@ς δεν έχει δοθεί λύση στο πρόβλημα της προφοράς. Τελείως εμπειρικά να πω ότι περιτρέχοντας, όπως είπα προηγουμένως, τις λέξεις νομίζω ότι σκέφτομαι κάποιες φορές μόνο την αρσενική και κάποιες μόνο τη θηλυκή κατάληξη (σπανιότερα σκέφτομαι τη λέξη και στα δύο γραμματικά γένη). Και λέω «νομίζω» γιατί όταν διαβάζω κάτι από μέσα μου γρήγορα, δεν έχω χρόνο να σκεφτώ τι κάνω και γιατί. Όταν γράφω όμως, έχω όλο το χρόνο να σκεφτώ και να κάνω τις ακτιβιστικού χαρακτήρα παρεμβάσεις μου! :) Τώρα αν μ’έβαζες να εκφωνήσω ένα ηλεκτρονικό κείμενο με παπάκια, θα πρόφερα σίγουρα και τα δύο γένη.

Ωστόσο σχεδόν ποτέ δεν εκφωνούμε τα ηλεκτρονικά κείμενα! Κι αν χρειαστεί να διαβάσουμε φωναχτά πχ ένα sms σε greeklish (τα οποία είναι αντίστοιχα μία αμιγώς ηλεκτρονική γραπτή επιλογή) δεν θα το προφέρουμε με τους ήχους που αντιστοιχούν στα λατινικά γραπτά σύμβολα, αλλά όπως αν ήταν γραμμένο με ελληνικούς χαρακτήρες. Κάπως έτσι ας χειριστούμε προς το παρόν και το παπάκι!



this is a hen’s world!

Πριν λίγους μήνες διάβασα ένα άρθρο σύμφωνα με το οποίο η Εθνική Εγκυκλοπαίδεια της Σουηδίας -η πληρέστερη γλωσσική εγκυκλοπαίδεια της χώρας- συμπεριέλαβε έναν καινούριο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας, που αν και ήδη χρησιμοποιούνταν από τ@ς ομιλητ@ς, δεν είχε καταγραφεί επίσημα στα λεξικά της χώρας. Πρόκειται για τον τύπο «hen», ο οποίος είναι κοινός ως προς το γραμματικό γένος [τα σουηδικά έχουν δύο γένη: το κοινό (αρσενικό και θηλυκό) και το ουδέτερο] και ασημάδευτος ως προς το φύλο.  Αντικαθιστά τους τύπους han (=αυτός) και hon (=αυτή) σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα. Απλώς δεν μαρτυρά το φύλο του ατόμου το οποίο η λέξη hen προσδιορίζει.

Δεδομένου ότι δεν έχω την ικανότητα να διαβάσω σουηδική βιβλιογραφία και τα αγγλόφωνα κείμενα που βρήκα δεν ήταν επιστημονικά, αλλά προϊόντα του τύπου, απευθύνθηκα στην εμπειρική παρατήρηση της φίλης serenitsas που ζει στη Σουηδία.  «Κοίταξα λίγο την ιστορία του», λέει η serenitsa, «και βλέπω ότι προτάθηκε για πρώτη φορά το 1966 (!!!). Πάντως δεν χρησιμοποιείται και τόσο, όσο παρουσιάζει το άρθρο που έστειλες, ωστόσο όντως καθιερώθηκε από ομιλητές σιγά-σιγά, δεν επιβλήθηκε δηλαδή από κάποιον».

Η προσθήκη του hen στην «επίσημη» σουηδική γλώσσα (τοποθετώ τα εισαγωγικά γιατί δεν υπάρχει επίσημη σουηδική, με την έννοια ότι το σουηδικό κράτος δεν την αναγνωρίζει ως νόρμα) έχει σημασία και είναι σαφώς πρωτοποριακή, καθώς με τον τρόπο αυτό αίρονται οι όποιες δυσκολίες αντιμετώπιζαν όσοι άνθρωποι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως άντρες ή γυναίκες. Και κάτι αξιοπρόσεκτο: οι ομιλητ@ς δεν κατέφυγαν στη χρήση του ουδετέρου της αντωνυμίας (den ή det) για να προσδιορίσουν τους ανθρώπους αυτούς. Έφτιαξαν μια νέα λέξη, ακουστικά και οπτικά κοντά στους τύπους «αυτός», «αυτή», κάτι που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κοινωνία αντιμετωπίζει τα queer άτομα.

Και εδώ χρήσιμη είναι η εμπειρική παρατήρηση της serenitsas: «Ένα περιστατικό που άκουσα προχτές από μία κοπέλα που δουλεύει σε δημοτικό, αν θυμάμαι καλά, κι έχουν ένα κοριτσάκι που είναι αυτό που λέμε «αγοροκόριτσο». Κάνει παρέα με αγόρια, παίζει μπάλα, πηγαίνει στα αποδυτήρια των αγοριών και στις τουαλέτες των αγοριών. Οι γονείς της ζήτησαν να αναφέρεται ως hen! Και όλα τα υπόλοιπα παιδιά το αποδέχονται, δεν δέχεται δηλαδή κράξιμο, κτλ. Αυτό ίσως να σημαίνει ότι στις επόμενες γενιές θα είναι ήδη καθιερωμένο και πολυχρησιμοποιημένο. Οι Σουηδ@ το βλέπουν περισσότερο ότι όλοι έχουν δικαίωμα να διαλέξουν να μην έχουν φύλο ουσιαστικά.»

Το hen αναγκαστικά ανοίγει το δρόμο στην προσθήκη κι άλλων ασημάδευτων ως προς το βιολογικό φύλο λέξεων -στις υπόλοιπες για παράδειγμα αντωνυμίες-. «Οι ομιλητ@ς της σουηδικής», προσθέτει η serenitsa, «όταν θέλουν να μιλήσουν αόριστα και να πουν πχ «όταν κάποιος κάνει αυτό» χρησιμοποιούν για το «κάποιος» τη λέξη «man» που σημαίνει προφανώς «άντρας». Αυτ@ που χρησιμοποιούν το hen προσπαθούν να αλλάξουν το man σε «en» που σημαίνει ένας/μία (είναι το κοινό γραμματικό γένος που λέγαμε νωρίτερα!)».

Είναι σαφές νομίζω ότι δεν πρόκειται απλώς για λεξιλογικές προσθήκες. Το hen και οι επόμενες λέξεις που έρχονται επηρεάζουν βαθιά το σύστημα της σουηδικής γλώσσας, με αποτέλεσμα από τη μια να είναι λογική η ανησυχία της φίλης serenitsas «Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω λίγο το en αντί του man, αλλά φοβάμαι πως θα με κατηγορήσουν ότι δεν ξέρω να μιλάω -που ισχύει εν μέρει!-» :P, από την άλλη όμως θα τη συμβούλευα να επιμείνει, γιατί παίρνει μέρος σε μια γλωσσική αλλαγή που όμοιά της -νομίζω- δεν έχει υπάρξει!



Λαρ’σα ‘s voice!

10431696_744020682287436_8937173544103254247_nΈνα κείμενο της Athensvoice (που τώρα μόλις παρατήρησα ότι γράφτηκε το 2009) μοιράζεται στ@ς λαρισαί@ς διαδικτυακ@ς φίλ@ς τις τελευταίες μέρες. Πρόκειται για το «Ξένες Λέξεις-Το λεξικό του κάμπου» που υπογράφουν η Βάγια Ματζαρόγλου και ο Στέφανος Τσιτσόπουλος. Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων με τη Λάρισα ή την ευρύτερη περιοχή, ωστόσο ζώντας στην πόλη τα 23 από τα 29 χρόνια της ζωής μου έχω να τους πω ότι πάνω από τις μισές εκφράσεις και λέξεις που καταγράφουν μου είναι παντελώς άγνωστες. Για κάποιες μάλιστα είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν.

Διαβάζοντας από κοινού το κείμενο με Λαρισαί@ς φίλ@ς καταλήξαμε ότι κάποιες από τις λέξεις που δεν γνωρίζω, ναι μεν δεν χρησιμοποιούνται στην πρωτεύουσα του νομού, αλλά χρησιμοποιούνται αλλού, για παράδειγμα στην Ελασσόνα: Βλάκας = Σιούτος, Πανύβλακας = Σιούρδος.

Κάποιες άλλες μάλλον αποτελούν μέρος της ιδιολέκτου των ομιλητών, τ@ς οποί@ς συμβουλεύτηκαν οι συντάκτ@ς για να γράψουν το άρθρο. Η ιδιόλεκτος είναι η προσωπική χρήση της καθομιλουμένης που παρουσιάζει ιδιαιτερότητες λεξιλογικές (και όχι μόνο) σε σχέση με την καθομιλουμένη. Η ιδιόλεκτος λοιπόν είναι κατανοητή από τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους. Για να καταλάβετε τι εννοώ, εμείς στο σπίτι μου λέμε το «τηλεκοντρόλ» «τσακατσούκα». Λέμε πχ «Που είναι το τσακατσούκα;» και αν ο δέκτης του μηνύματος είναι του σπιτιού, ξέρει ακριβώς τι αναζητάμε. Η ένταξη λοιπόν στο «Λεξικό του κάμπου» φράσεων όπως «Παθητικός γκέι = Σφουρλιάγκος / Ροζοχτύπς», «Ενεργητικός γκέι = Κωλοφάγος», «Είναι τραβεστί = Έχει γκαργκαλιάνγκο» μου μυρίζουν ιδιόλεκτο. Είναι σαν να με ρωτούσαν εμένα πώς λέμε στη Λάρισα το «τηλεκοντρόλ» και να τους απαντούσα «τσακατσούκα».

Όσο για τις λέξεις και εκφράσεις που είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν, αλλά αντιθέτως είναι γεννήματα μη Θεσσαλών ομιλητών, παραθέτω ενδεικτικά: «Γλείψε μου το στήθος = Ματσάλαμ’ τα βζά», «Το κλαμπ έχει ουρά για να μπεις = Βαράει στρούγκα», «Μωρό μου = Ζγούρι μου (εκ του ζυγούρι = προβατίνα)». Οι φράσεις αυτές είναι προϊόν της αντίληψης ότι οι Λαρισαί@ είναι χωριάτες, φτιάχνουν ολημερίς τυριά, κάθε σπίτι έχει ένα μαντρί κτλ. :) Η πρώτη φράση από αυτές που κατέγραψα μάλιστα νομίζω ότι προέρχεται από ένα ανέκδοτο, τύπου «Πως λένε οι Λαρισαίοι το…».  

Μια τελική σημείωση: το κείμενο της Athensvoice δεν έθιξε κανένα και καμία. Οι ομιλητ@ς της περιοχής πιστεύω ότι το διάβασαν με ενδιαφέρον γιατί ξέρουν ότι μιλούν ιδιαίτερα και δεν ντρέπονται. Γι’ αυτό μάλλον περιμέναμε πιο εύστοχες επιλογές. Υπάρχουν άλλωστε τόσα να γράψει κάποι@ς! Σε μελλοντικό post ίσως επιχειρήσω μία καταγραφή.

Πέρα από τη διαφωνία μου με την επιλογή κάποιων λέξεων και εκφράσεων, να πω ότι υπήρχαν λάθη και στους ορισμούς. Δεν λέμε δηλαδή «Κλαίει το κλαρίνο!» για το «Γαμάτο track!» (πχ ακούγοντας Lady Gaga: «Κλαίει το κλαρίνο!») αλλά όταν όντως κλαίει το κλαρίνο, δηλαδή όταν σολάρει! Εκτός κι αν ο ορισμός προέκυψε από την αντίληψη ότι στη Λάρισα ακούμε μόνο κλαρίνα! :D



μαμπο μπραζιλερο

graffiti.siΤέσσερα χρόνια πριν στο post μου “EVIVA ESPAÑA!” σας είχα υποσχεθεί ότι ο γλωσσολογικός κύκλος του μουντιάλ θα ξανανοίξει αν κι εφόσον εξακολουθώ να γράφω μετά από τέσσερα χρόνια! Να ‘μαι λοιπόν! :)

Σήμερα θα σας μιλήσω για τα portugese (τα πορτογαλικά), την επίσημη δηλαδή γλώσσα της διοργανώτριας Βραζιλίας. Να πω κάπου εδώ ότι προτιμώ τον όρο portugese, γιατί το “πορτογαλικά” μου ακούγεται σαν να είναι η γλώσσα αποκλειστικότητα των Πορτογάλων… Τα portugese όμως τα μιλάνε επίσημα στην Πορτογαλία, τη Βραζιλία, τη Μοζαμβίκη, την Αγκόλα, το Πράσινο Ακρωτήριο, τις Αζόρες, τη Γουινέα-Μπισσάου και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Αγίου Θωμά και Πρίγκιπα (!), ένα νησιωτικό κράτος στον Κόλπο της Γουινέας. Εξαιτίας της αποικιοκρατίας βέβαια βρίσκουμε σήμερα ομιλητ@ς των portugese και σε περιοχές της Ινδίας, της Σρι Λάνκα και της Μαλαισίας.

Η γλώσσα των Βραζιλιάνων (και τόσων άλλων όπως είδαμε) είναι μια νεολατινική γλώσσα, προέρχεται δηλαδή από τις διαλέκτους εκείνες της λατινικής τις οποίες μιλούσαν οι στρατιώτες και οι έποικοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Ιβηρική Χερσόνησο. Συγκεκριμένα στο βορειοδυτικό τμήμα της Χερσονήσου οι ζυμώσεις της γλώσσας που μιλούσαν πριν οι κάτοικοι, μαζί με τη νέα γλώσσα που έφεραν οι Ρωμαίοι κατακτητές, οδήγησαν στη γέννηση μιας νέας λατινογενούς ποικιλίας που ονομάζεται από τ@ς γλωσσολόγους «Γαλικιανοπορτογαλική» (!). Αυτή χρησιμοποιήθηκε για αιώνες -ακόμα και μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας- ως κοινή γλώσσα του λαού, αλλά όχι επίσημη. Επίσημη γίνεται τον 13ο αιώνα με απόφαση του βασιλιά της Πορτογαλίας. Φυσικά  η γλώσσα του 13ου δεν είναι η ίδια ακριβώς με τη Γαλικιανοπορτογαλική – έχει υποστεί αλλαγές- και ονομάζεται πλέον «Πορτογαλική». 

Στη Βραζιλία τα πορτογαλικά φτάνουν με τον πορτογαλικό αποικισμό στην περιοχή το 1500. Η γλώσσα που μιλιέται βέβαια στη Βραζιλία διαφοροποιήθηκε σταδιακά από αυτή της Πορτογαλίας, κυρίως στην προφορά, τη δομή της πρότασης, αλλά και την ορθογραφία. Αυτό οφείλεται στο ανακάτεμα με στοιχεία άλλων γλωσσών και διαλέκτων, με τις οποίες δεν ήρθαν σε επαφή οι ομιλητ@ς των ευρωπαϊκών πορτογαλικών. Το περίεργο βέβαια είναι ότι οι τελευταί@ καταλαβαίνουν με σχετική ευκολία τη γλώσσα της Βραζιλίας, ενώ οι ομιλητ@ς των πορτογαλικών της Βραζιλίας δυσκολεύονται πολύ να καταλάβουν τα ευρωπαϊκά πορτογαλικά. Οι εξηγήσεις που δίνονται μοιάζουν ανεπαρκείς, ωστόσο αξίζει να αναφέρω την επικρατέστερη, ότι δηλαδή στα ευρωπαϊκά πορτογαλικά υπάρχει το φαινόμενο της «σίγασης φωνηέντων» που δημιουργεί την εντύπωση στ@ς «βραζιλιανόφων@ς» ότι οι «πορτογαλόφων@» μιλάνε πάρα πολύ γρήγορα!

Όσο για εκείν@ς που θα ταξιδέψουν στη Βραζιλία για το μουντιάλ (αν υπάρχουν τέτοι@! :D) παραθέτω τα απολύτως απαραίτητα: «Oi!» (=γεια),»Obrigado» (αν είσαι άντρας) «Obrigada» (αν είσαι γυναίκα) για να πεις «Ευχαριστώ!», «Não entendi» (=δεν καταλαβαίνω!) και φυσικά «Fala inglês?» δηλαδή «Μιλάς αγγλικά;»!



viva la diva!
Μαΐου 11, 2014, 14:45
Filed under: plus | Ετικέτες: ,

Η νίκη της Conchita Wurst στον τελικό της Eurovision, πέρα από τις σαφείς συνδηλώσεις, αποτέλεσε επιπλέον αφορμή για να προβληματιστούν οι τηλεθεατ@ς σχετικά με θέματα ταυτότητας. Σίγουρα έχετε βρεθεί σε παρέες που αναρωτήθηκαν «Τι είναι η Conchita; Τι θέλει να είναι; Ποιο γένος να χρησιμοποιήσουμε όταν της/του απευθυνόμαστε;». Η ίδια η Conchita σε ερώτηση σχετικά με το αν θα ξύριζε το περιβόητο μούσι της μπέρδεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα: «Όχι! Πρώτα απ΄όλα δεν θέλω να γίνω γυναίκα. Είμαι πολύ τεμπέλικο αγόρι και δεν θα το αλλάξω αυτό. Το έχω πει πολλές φορές, αλλά δημιούργησα αυτόν τον χαρακτήρα ώστε να δείξω ότι μπορείς να επιτύχεις τα πάντα. Και δεν θα ξύριζα ποτέ το μούσι μου!«.

Η Conchita είναι μία περσόνα, ένας ρόλος. Ο «ηθοποιός» που την υποδύεται, ο Thomas Neuwirth είναι ένας cisgender (ή πιο απλά «μη-τρανς») γκέι άντρας. Είναι ένας άνθρωπος που όταν γεννήθηκε τον κατέταξαν ως άρρενα, αυτοπροσδιορίζεται ως άντρας και δεν έχει κάνει τροποποιήσεις στο σώμα του. Επομένως όταν μιλάμε για τον Thomas χρησιμοποιούμε το αρσενικό γένος και όταν μιλάμε για την Conchita το θηλυκό. 

Όσο σύνθετη διαδικασία είναι να καταφέρουν άνθρωποι όπως o Thomas να αυτοπροσδιοριστούν, άλλο τόσο σύνθετο είναι να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις που να αποτυπώνουν αυτό που τελικά προκύπτει από την οικοδόμηση της ταυτότητάς τους. Η Ορολογία, η επιστήμη που επιχειρεί να περιγράψει συστηματικά τη γνώση μας για ένα θέμα μέσω των όρων, έχει τυποποιήσει ορισμένες έννοιες που αφορούν την ταυτότητα λαμβάνοντας φυσικά υπόψη το πώς αυτοπροσδιορίζεται η κάθε ομάδα.

Δεδομένης όμως της ποικιλίας των ταυτοτήτων αλλά και της συνθετότητάς τους προέκυψαν πολλοί όροι (κι άλλες τόσες μεταφράσεις των όρων αυτών στα ελληνικά) που νομίζω μπερδεύουν αντί να εξασφαλίζουν την ορατότητα των ανθρώπων αυτών στη γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να σας συστήσω μερικούς -κατά τη γνώμη μου τους πιο βασικούς-.  

Με τον γενικό όρο queer αναφερόμαστε σε όλους τους «μη ετεροκανονικούς» ανθρώπους, σε αυτούς δηλαδή που τα ομοφοβικά άτομα αποκαλούν «ανώμαλους». Πρόκειται για έναν όρο ομπρέλα κάτω από τον οποίο μπορούν να χωρέσουν όλοι οι όροι που θα καταγράψω στη συνέχεια (και άλλοι που δεν θα καταγράψω! :) ). Το ωραίο με τη λέξη queer είναι ότι ενώ χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά ως βρισιά, η ΛΟΑΤ κοινότητα, δηλαδή τα Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα την υιοθέτησαν, αφαιρώντας έτσι από τ@ς ομοφοβικ@ς που τη χρησιμοποιούσαν ένα λεκτικό βόλι!

Τα τελευταία χρόνια υιοθετήθηκε από τις ομάδες αλλά και τη βιβλιογραφία ο όρος «τρανς» για την αναφορά σε ανθρώπους που γεννήθηκαν σε ένα σώμα για το οποίο δεν ένιωθαν άνετα και γι’ αυτό άλλαξαν κοινωνικό φύλο (πιθανά και το σώμα τους). Η παλιότερη διάκριση ανάμεσα σε άτομα transgender (διεμφυλικά -αφορά το κοινωνικό φύλο-),  transexual (διαφυλικά -αφορά το βιολογικό φύλο-) και intersex (για τα άτομα που γεννιούνται με αναπαραγωγική ή σεξουαλική ανατομία που δεν φαίνεται να ταιριάζει με την τυπική των θηλυκών ή αρσενικών) δεν φαίνεται να εξυπηρετεί πια.

Όσο για τους ανθρώπους που υποστηρίζουμε τα δικαιώματα της ευρείας αυτής κοινότητας χωρίς να ανήκουμε σ’ αυτή, προσδιοριζόμαστε ως allies. Σύμμαχες και σύμμαχοι! 

 




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 38 other followers