i love linguistics!


φιλουθκια!

Πρόσφατα μιλούσα με έναν φίλο, του οποίου ο Κύπριος γείτονας έβαλε καταλάθος φωτιά στο διαμέρισμά του. Ο τύπος έντρομος είχε βγει το πρωί στο μπαλκόνι και φώναζε κάτι για τον «τζισβέ» του (δηλαδή το μπρίκι του). Ο φίλος μου αφού μου αφηγήθηκε το περισταστικό, αναφώνησε «Τι γλώσσα κι αυτή ε;!» κι όταν του απάντησα «Δεν είναι άλλη γλώσσα, αλλά ελληνική διάλεκτος, σαν τη δική σου τη θεσσαλική!» έμεινε να με κοιτάει…

Η Κυπριακή ανήκει στα νότια ιδιώματα της ελληνικής και μάλιστα στη νησιωτική ζώνη του ίντα *. Οι Κύπριοι στην καθημερινότητα τους μιλούν τη διάλεκτο, όμως στο σχολείο διδάσκονται την κοινή νέα ελληνική (την ίδια με εμάς!), την οποία χρησιμοποιούν επιπλέον σε επίσημες περιστάσεις στο γραπτό και προφορικό λόγο. Η κυπριακή διάλεκτος απ’την άλλη δεν διαθέτει γραμματικές και λεξικά, ούτε καν ορθογραφία. Ωστόσο για τους Κύπριους η διάλεκτος τους είναι η φυσική τους γλώσσα, ενώ η νέα ελληνική (η νόρμα) τους φαίνεται τεχνητή μιας κι απέχει πολύ από την καθημερινή γλώσσα επικοινωνίας τους.

Δυο βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής είναι η διατήρηση του τελικού -ν σε πολλά ονόματα και ρήματα, π.χ. τραπέζιν, τραυούμεν αλλά και η σίγηση των β, γ, δ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φωνήεντα, π.χ. φοούμαι=φοβούμαι. Στο λεξιλόγιο της κυπριακής συναντάμε πολλούς αρχαϊσμούς, π.χ. ορτσούμαι=χορεύω (από το αρχαίο ορχούμαι), αλλά και δάνεια:  παλαιά γαλλικά -μιας κι η Κύπρος από το 1911 ήταν φραγκικό κρατίδιο-όπως το κουφουρκιάζω=παρηγορώ (από το coumfortar), ιταλικά και βενετικά-λόγω της Ενετοκρατίας που ακολούθησε- όπως κουρτέλλα=μαχαίρι (από το coltella), τουρκικά -λόγω Τουρκοκρατίας- όπως καΐσ̌ιν=παγίδα (από το kayış) και τέλος αγγλικά -λόγω της παρουσίας των άγγλων από το 1878- όπως σέντερ=αποστολέας (από το sender).

(Αsterix στα Κυπριακά)

*όπως κι οι Κρητικοί, αντί για «τι» ρωτάνε με το «ίντα».

Advertisements

1 σχόλιο so far
Σχολιάστε

>- όπως σέντερ=αποστολέας (από το sender).
Αυτό το παράδειγμα το βλέπω παντού, αλλά δεν το βρίσκω καθόλου αντιπροσοπευτικό. Όπως ούτε και ο φούρπος (>football). Σπάνια ακούγονται.
Αντίθετα, στα κυπριακά η λέξη «σέντερ’ ή «σέντε» είναι ο αποθηκευτικός χώρος/μεσοπάτωμα που συνήθιζαν να έχουν τα κυπριακά σπίτια.

Σχόλιο από δμ3喋る




Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s



Αρέσει σε %d bloggers: