i love linguistics!


εχει φροϋδικες ρυτιδες…*

Αφού τώρα τελευταία καταπιάνομαι με τα «περίεγα» της γλωσσολογίας, θα ήταν παράλειψη να μην γράψω κάτι για τον Georgi Lozanof. Βούλγαρος παιδαγωγός και ψυχίατρος, πρότεινε κι εκείνος μια μέθοδο διδασκαλίας της ξένης γλώσσας, τη λεγόμενη Μέθοδο Εκμάθησης με Υποβολή.

Για τον Lozanof το βασικότερο πρόβλημα στην εκμάθηση της ξένης γλώσσας είναι ο φόβος του μαθητή μην πει καμιά κοτσάνα. Σκέφτηκε λοιπόν πως αυτό που χρειάζεται ο μαθητής είναι να χαλαρώσει και να μη σκέφτεται την αποτυχία. Η διαδικασία που πρότεινε λοιπόν είναι βασισμένη σε τεχνικές της yoga και συγγενεύει με την ύπνωση.

Φανταστείτε ένα χώρο διακοσμημένο όμορφα, πόστερ στους τοίχους, αναπαυτικές πολυθρόνες, χαλαρωτική μουσική, χαμηλό φωτισμό. Ο μαθητής ηρεμεί με τη βοήθεια του δασκάλου, αποβάλλει τις επιβαρυντικές για τη διδασκαλία σκέψεις κι είναι έτοιμος να γεμίσει το μυαλό του χρήσιμα στοιχεία. Με την καθοδήγηση και πάλι του δασκάλου υποδύεται ρόλους, φτιάχνει φανταστικές ιστορίες, διαβάζει κείμενα ακολουθώντας το ρυθμό της μελωδίας που ακούγεται. Χωρίς να το καταλάβει αφομοιώνει τις πληροφορίες που του δίνουν τα πόστερ στους τοίχους (γραμματικές κυρίως). Ο δάσκαλος από την άλλη, αυθεντία στο αντικείμενό του, γνώστης όμως και τεχνικών ψυχοθεραπείας, υποκριτικής και τραγουδιού, διδάσκει με τρόπο θεατρικό καταλόγους λεξικών ζευγών που ο κάθε μαθητής απομνημονεύει. Μέσα σε μια χαλαρωτική ατμόσφαιρα, επιτυγχάνεται η εκμετάλλευση όλων των νοητικών δυνατοτήτων των παιδιών.

Όπως ίσως μαντεύετε, η μέθοδος βρήκε πολλούς επικριτές. Σαν θετικό στοιχείο κρατούν την επιδίωξη του Lozanof να κρατά χαλαρούς τους μαθητές του. Από εκεί και πέρα, λάθη της μεθόδου θεωρήθηκαν το πολύ αυστηρό τυπικό της, ο ρόλος του δασκάλου-αυθεντίας σε συνδυασμό με την αναποτελεσματικότητα κάποιων τεχνικών που χρησιμοποιούσε (Εμένα ρε αδερφέ μπορεί να μη μ’αρέσει το τραγούδι που μου βάζεις…ωχουυυ…Πώς να χαλαρώσω και να αποδώσω;!!!) 😀

*»Το βιβλίο των ηρώων» -Παύλος Σιδηρόπουλος



καν’το οπως οι τουκανο!

Με αφορμή τους Τουκάνο, κάθισα και σκέφτηκα αν υπάρχουν προηγμένες χώρες που παρουσιάζουν το φαινόμενο της πολυγλωσσίας. Τελικά συνειδητοποίησα ότι στις προηγμένες υπάρχει μόνο μονογλωσσία (!), δηλαδή οι ομιλητές επικοινωνούν μόνο με τη μητρική τους γλώσσα, π.χ. οι Άγγλοι μιλάνε Αγγλικά, οι Γάλλοι Γαλλικά κτλ.

Η μονογλωσσία είναι για τις χώρες αυτές δείγμα σταθερότητας και συνοχής. Γι’ αυτό το λόγο η γλωσσική τους πολιτική απέναντι στους μετανάστες τους είναι στραμμένη προς την κατεύθυνση της μονογλωσσίας. Για το ελληνικό κράτος, ας πούμε, η αλβανική μειονότητα πρέπει να μάθει οπωσδήποτε ελληνικά. Φανταστείτε τι θα συνέβαινε αν έπρεπε σαν τους Τουκάνο κι εμείς να μάθουμε τη γλώσσα του νέου μέλους της «φυλής» μας! Ο Καρατζαφέρης θα έκανε χαρακίρι! 🙂

Σε πολλές περιοχές όμως του τρίτου κόσμου -στη Λατινική Αμερική, την Ασία, την Αφρική- αντιμετωπίζουν διαφορετικά την παρουσία πολλών γλωσσών στην κοινωνία τους. Γι’ αυτούς είναι μειονέκτημα να μη μιλάς πολλές γλώσσες, γιατί η γνώση τους είναι απαραίτητη στην καθημερινή επικοινωνία. Οι γλωσσολόγοι που μελέτησαν τέτοιες κοινωνίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάθε γλώσσα που μιλάνε, ικανοποιεί ιδιαίτερες κοινωνικές ανάγκες. Φανταστείτε το περίπου σαν τις γλωσσικές ποικιλίες της ελληνικής, μόνο που εδώ δεν μιλάμε για διαλέκτους κι αποκλίσεις από τη νόρμα, αλλά για άλλες γλώσσες! Σε αντίθεση με τους προηγμένους λοιπόν, οι λαοί αυτοί δεν φοβούνται την πολυγλωσσία, αλλά την επιβραβεύουν.



μα τον τουτατις!
Ιανουαρίου 25, 2010, 14:25
Filed under: εφαρμοσμενη γλωσσολογια | Ετικέτες: , ,

Ένα από τα ζητήματα που απασχολεί εδώ και αιώνες τους εκπαιδευτικούς (και εσχάτως τους εφαρμοσμένους γλωσσολόγους) είναι ο τρόπος διδασκαλίας μια ξένης ή δεύτερης γλώσσας. Πώς μπορεί να φτάσει κάποιος με μεγαλύτερη επιτυχία στη γνώση μιας διαφορετικής από τη μητρική του γλώσσας;

Το πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου «πείραμα» για να δοθούν κάποιες απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα, το έκανε στο τέλος του 19ου αιώνα ο καθηγητής Gouin. Αυτός, που λέτε, αποφάσισε σε μεγάλη ηλικία να μάθει Γερμανικά. Ταξίδεψε λοιπόν στο Αμβούργο, κλείστηκε σ’ένα δωμάτιο κι επί ένα χρόνο διάβαζε για τη γλώσσα, χωρίς ποτέ όμως να έρθει σε επαφή με τους φυσικούς ομιλητές της! Αφού έμαθε παπαγαλία όλη τη γραμματική και το συντακτικό της Γερμανικής, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στη Γερμανική Ακαδημία. Όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, ήταν σαν να αντιμετώπιζε μία τελείως άγνωστη γλώσσα! Θεωρώντας πως ίσως ένας χρόνος μελέτης δεν είναι αρκετός για πετύχει στις εξετάσεις, έκατσε και ξαναδιάβασε πιο εντατικά. Έφτασε στο σημείο να αποστηθίσει ένα ολόκληρο Γερμανό-Γαλλικό λεξικό! Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν να μπορεί να διαβάζει και να γράφει, αλλά να μην μπορεί να μιλήσει ή να κατανοήσει τους φυσικούς ομιλητές. Απέτυχε ξανά!

Απογοητευμένος επέστρεψε στη Γαλλία, όπου έφαγε ένα ακόμα χαστούκι της μοίρας! 😀 Το τρίχρονο πια ανιψάκι του, που τον προηγούμενο χρόνο δεν ήξερε καν να μιλάει, επικοινωνούσε επαρκώς με το περιβάλλον του! Ο Gouin συνειδητοποίησε ότι αν βρει τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί μαθαίνει τη μητρική του γλώσσα, θα έχει βρει και τον τρόπο να διδάξει με επιτυχία μια ξένη γλώσσα.

Η θεωρία που ανέπτυξε βέβαια δεν βρήκε αποδοχή. Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία του αποδεικνύει πως μια γλώσσα δεν είναι οι κανόνες της, αλλά η χρήση της. Επίσης μας μαθαίνει ότι από τότε ως σήμερα δεν αλλάξανε και πολλά στον τρόπο διδασκαλίας μιας ξένης γλώσσας!

Κάπου εδώ να πω ένα συγνώμη στους γονείς μου που χρυσοπλήρωσαν τα Γαλλικά για να μάθω τι είναι το subjonctif και το indicatif, να πάρω βέβαια τα πτυχία, αλλά να μην μπορώ να καταλάβω τι λέει ο Οβελίξ χωρίς να διαβάσω τους υπότιτλους!!! 🙂



i do!
Ιανουαρίου 22, 2010, 19:28
Filed under: γλωσσες | Ετικέτες: ,

Στα σύνορα Βραζιλίας-Κολομβίας υπάρχει μια φυλή με το όνομα Tukano (Τουκάνο). Οι Τουκάνο είναι πολύγλωσσος λαός, χρησιμοποιούν δηλαδή περισσότερες από μία γλώσσες για να επικοινωνήσουν. Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν είναι και τόσο «ιδιαίτερο», μιας και υπάρχουν αρκετοί πολύγλωσσοι λαοί στον κόσμο. Αυτό που κάνει τους Τουκάνο ξεχωριστούς, είναι ότι οι άντρες της φυλής υποχρεούνται να παντρευτούν γυναίκες που δεν μιλούν τη γλώσσα τους!

Προτού σας περάσουν από το μυαλό σκέψεις του τύπου «αντιμετωπίζουν τη γυναίκα σαν αντικείμενο, γι’ αυτό δεν τους ενδιαφέρει να καταλάβουν τι λέει», σπεύδω να διευκρινίσω: Για τους Τουκάνο οι γυναίκες της φυλής τους, που μιλούν δηλαδή τη γλώσσα τους, είναι «αδερφές». Ένας γάμος μαζί τους θεωρείται αιμομιξία. Παντρεύονται λοιπόν αλλόγλωσσες συζύγους από γειτονικές κοινωνίες και μέσα από αυτή τη σχέση μαθαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου.

Τα παιδιά τους μεγαλώνουν σε πολύγλωσσο περιβάλλον και όταν παντρεύονται μαθαίνουν επιπλέον τη γλώσσα της συζύγου κι όλες μαζί οι γλώσσες αυτές περνάνε στα παιδιά τους, τα οποία όταν παντρευτούν μαθαίνουν εξτρά τη γλώσσα της συζύγου και πάει λέγοντας! Αν ξεφύγουμε δε από το πλαίσιο της οικογένειας, διαπιστώνουμε πως σε μια γειτονιά οι φίλοι των παιδιών μιλούν άλλη γλώσσα! Τελικά ο κάθε Τουκάνο για να επικοινωνήσει, μαθαίνει περισσότερες από τις δύο γλώσσες των γονιών του!

Το εντυπωσιακό βέβαια είναι το πόσο ενδιαφέρονται να μάθουν τη γλώσσα του άλλου, αλλά και το πόσο εύκολα τελικά τη μαθαίνουν! Αν ρωτήσεις μάλιστα έναν Τουκάνο πως του φαίνεται που πάει από τη μια γλώσσα στην άλλη έτσι απλά, θα σου απαντήσει πως δεν καταλαβαίνει που το περίεργο! 🙂



δωδεκααα κι ουτε ενα τηλεφωνημααα

Πρόσφατα διάβασα στην Πύλη κάτι, που σαν γλωσσολόγα παύλα πρώην τηλεφωνήτρια όφειλα να γνωρίζω. Ντρέπομαι και μόνο που το λέω, αλλά μου διέφευγε πως η τηλεφωνική συνομιλία είχε χρησιμοποιηθεί ως αντικείμενο της γλωσσολογικής έρευνας!

Τη δεκαετία του 60 ο Harvey Sacks ήταν ο πρώτος που μελέτησε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις στα πλαίσια της Ανάλυσης Συνομιλίας. Οι γλωσσολόγοι, όπως ήδη ξέρετε, χρησιμοποιούν το μαγνητοφωνάκι για να καταγράψουν και μετά να απομαγνητοφωνήσουν συνομιλίες. Το πλεονέκτημα που έχει ένας ερευνητής τηλεφωνικών συνομιλιών σε σχέση με εκείνον που απομαγνητοφωνεί μια τετ α τετ συνομιλία δύο ομιλητών,  είναι ότι από το τηλέφωνο δεν μεταδίδονται οπτικές πληροφορίες (χειρονομίες, εκφράσεις του προσώπου κτλ). Έτσι ο γλωσσολόγος που κάνει «υποκλοπή» λαμβάνει ακριβώς τις ίδιες πληροφορίες με τους «ανυποψίαστους» συνομιλητές.

Οι μελετητές παρατήρησαν πως υπάρχει μια κανονικότητα (μια ρουτίνα) στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις: Πρώτα ακούγεται το κουδούνισμα και η απάντηση: «Εμπρός/Ναι/Παρακαλώ». Ακολουθεί η αναγνώριση των συνομιλητών είτε απλά από τη φωνή, είτε με δήλωση του ονόματος: «Έλα Μαράκι! Ο Γιώργος είμαι!», είτε με διευκρινιστική ερώτηση: «Ποιος είναι;». Αφού αναγνωριστούν ανταλλάσσουν χαιρετισμούς: «Α! Γεια σου Γιώργο!» και φατικά εκφωνήματα*: «Όλα καλά;». Όταν φτάνει η ώρα να το κλείσουν λένε: «Αυτάάά…/Έγινε/Οκ» κι ανταλλάσσουν πάλι χαιρετισμούς: «Άντε bye!»

Υπάρχουν βέβαια και αποκλίσεις από την παραπάνω μορφή, οι οποίες ερμηνεύτηκαν από τη σκοπιά της πολιτισμικής διαφοροποίησης. Οι Ολλανδοί όταν σηκώνουν το τηλέφωνο λένε κατευθείαν το όνομά τους, ενώ στην Ελλάδα προσπαθούμε να καταλάβουμε από τη φωνή ποιος είναι. Στη Γερμανία δεν χρησιμοποιούν εκφράσεις τύπου «Τι κάνεις/Όλα καλά;» ενώ στην Ελλάδα τις τιμάμε δεόντως. Εμείς βέβαια δεν χαιρετιόμαστε και τόσο από το τηλέφωνο, ούτε στο ξεκίνημα της συνομιλίας [((ντρρριν!)) «Παρακαλώ;»-«Μαράκι..;!»-«Α! Έλα Γιώργο! Όλα καλά; Πήγατε τελικά σινεμά χτες;»], ούτε στο τέλος της συνομιλίας [«Αυτάαα…»-«Εντάξει ρε Μαράκι! Τα λέμεεε!»- «Οκ! Τα λέμε!»]. Οι βορειοαμερικάνοι από την άλλη δεν παραλείπουν τον χαιρετισμό.

*Τα φατικά εκφωνήματα, είναι «τυποποιημένες» φράσεις που δεν προσφέρουν πληροφορία, αλλά προωθούν την επαφή των συνομιλητών.



κρατας κρυμμενα μυστικα και documenta(ry)
Ιανουαρίου 16, 2010, 17:00
Filed under: plus | Ετικέτες: ,

Νομίζω έφτασε η στιγμή να σας παρουσιάσω μία ακόμα ταινία γλωσσολογικού ενδιαφέροντος. Μετά το κατά τη γνώμη μου ανούσιο«Fuck», σειρά έχει το ντοκιμαντέρ «The Linguists», το οποίο είναι πράγματι a very foreign language film! 😀

Δύο γλωσσολόγοι, ο David Harrison κι ο Greg Anderson, ταξιδεύουν στη Σιβηρία, τις Άνδεις, την Ινδία και την Αριζόνα για να καταγράψουν κάποιες από τις γλώσσες που τείνουν προς εξαφάνιση (ναι υπάρχουν τέτοιες…και μάλιστα περίπου 7000!). Μετά μάλιστα από την απομαγνητοφώνηση του υλικού και την έρευνα που έκαναν, κατέληξαν και σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα σχετικά με τους λόγους που οδηγούν μια γλώσσα στην εξαφάνιση.

Σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ οι Kramer, Miller και Newberger, οι οποίοι μαζί με τους υπόλοιπους συντελεστές δούλεψαν τρία χρόνια να ολοκληρώσουν το φιλμ. Οι διακόσιες καταγεγραμμένες ώρες από τις οποίες προέκυψε η 64λεπτη ταινία, αποτέλεσαν σημαντικό υλικό στην έρευνα των Living Tongues Institute for Endangered Languages και  Swarthmore College, από τα οποία προέρχονται οι δύο γλωσσολόγοι. Οk…μπορεί είναι πιο πληκτικοί -και σίγουρα λιγότερο εφετζίδικοι- από τον «αρχαιολόγο» Indiana Jones, αλλά τουλάχιστον είναι πραγματικοί επιστήμονες…!



albanian press

Τελευταία ακούω όλο και πιο συχνά-μάλιστα κυρίως από παιδιά που πάνε ακόμα σχολείο- να λένε το οξύμωρο «Δεν είμαι ρατσιστής. Απλά δε γουστάρω τους Αλβανούς!». Στο εύλογο ερώτημα «Γιατί;» κανείς από αυτούς δεν έχει να δώσει ένα πειστικό επιχείρημα, μπροστά στο οποίο ένας αντιρατσιστής θα κατάπινε τη γλώσσα του.

Οι Αλβανοί δεν είναι πια μόνο γείτονες αλλά και συγκάτοικοι. Όλοι εμείς που θέλουμε να δούμε τη ζωή τους να καλυτερεύει στην Ελλάδα, υποστηρίζουμε πως πρέπει τα παιδιά τους να μορφωθούν όπως ακριβώς τα ελληνάκια. Αυτό προϋποθέτει βέβαια τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας (την οποία μάλιστα μαθαίνουν με ευκολία). Εμείς όμως τι ξέρουμε για τη δική τους γλώσσα;

Τα αλβανικά είναι η επίσημη γλώσσα της Αλβανίας και μία από τις επίσημες στο FYROM και το Κόσσοβο. Ομιλητές της συναντάμε επίσης σε κάποιες περιοχές της βαλκανικής χερσονήσου, της νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς και στην Καλαβρία και τη Σικελία. Η αλβανική ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και μάλιστα είναι μία από τις τελευταίες που συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτή, αφού «δυσκόλεψε» αρκετά τους μελετητές. Δύο είναι οι κύριες διάλεκτοί της: η Γκεγκική και η Τοσκική. Από την τελευταία μάλιστα προέρχονται τα Αρβανίτικα που μιλιούνται στην Ελλάδα.

Η αλβανική, αν και σε μια πρώιμη μορφή της ήταν συνθετική γλώσσα (όπως τα φιλανδικά στα οποία μια λέξη περιλαμβάνει πολλά μορφήματα, π.χ. juoksentelisinkohan=αναρωτιέμαι εάν πρέπει να τρέξω γύρω από…) αργότερα έγινε αναλυτική. Χαρακτηριστικά της αλβανικής είναι ότι το άρθρο μπαίνει μετά το ουσιαστικό, όπως επίσης και τα επίθετα, π.χ. mal-i= βουνό-το (το βουνό!) και Vajzë e bukur= κορίτσι όμορφο (το «e bukur» σημαίνει όμορφο, το «Vajzë» κορίτσι)