i love linguistics!


γλωσσα, γλωσσα, μαθηματικα…

Στα θετικά μαθήματα ήμουν πάντα αδύναμη μαθήτρια (ιδιαίτερα στα μαθηματικά…ντουγάνι σκέτο!). Όταν πέρασα λοιπόν φιλολογία, σκέφτηκα αμέσως ότι επιτέλους απαλλάχτηκα από αυτό το βραχνά. Έλα όμως που τα βρήκα τ’ άτιμα πάλι μπροστά μου, κρυμμένα αυτή τη φορά πίσω από τη βιτρίνα της γλωσσολογίας που τόσο με ενδιέφερε!

Βλέπετε στα πλαίσια της Γενετικής γλωσσολογίας του Chomsky παρουσιάστηκε η ανάγκη τυποποίησης της γλωσσολογικής θεωρίας…και μάλλον δεν υπήρχε άλλος τρόπος από το να χρησιμοποιηθούν μαθηματικές έννοιες γι’αυτή τη δουλειά! Για παράδειγμα, στη γενετική γλωσσολογία γίνεται χρήση «δένδρων», διαγραμμάτων δηλαδή, για να παρουσιαστεί η δομή μιας πρότασης. Ακόμα και ο ορισμός της γλώσσας από τον Noam Chomsky θυμίζει κάτι άπο τα αξιώματα των μαθηματικών: “Στο εξής θα θεωρώ ότι μια γλώσσα είναι ένα σύνολο (πεπερασμένο ή μη) προτάσεων, καθεμιά από τις οποίες είναι πεπερασμένη σε έκταση και κατασκευασμένη από πεπερασμένο σύνολο στοιχείων. “

Αυτό βέβαια ήταν μόνο η αρχή. Αργότερα όχι μόνο χρησιμοποιήθηκαν μαθηματικές μέθοδοι για να εξεταστούν διάφοροι τομείς της γλώσσας (φωνητική, φωνολογία, σημασιολογία κτλ), άλλα δημιουργήθηκε κι ολόκληρος κλάδος, η λεγόμενη μαθηματική γλωσσολογία! Αυτή, μέσω της άλγεβρας, της στατιστικής, της υπολογιστικής ανάλυσης (αλγόριθμοι κτλ) και της πληροφορικής θεωρίας, μελετά τις μαθηματικές ιδιότητες της γλώσσας.

Μία παρένθεση: Όταν αναφέρομαι σε μαθηματικές ιδιότητες δεν εννοώ βέβαια την αντιεπιστημονική ανοησία που κυκλοφορεί ευρέως εδώ και χρόνια στο διαδίκτυο, ότι δηλαδή η ελληνική γλώσσα είναι η μοναδική που χτίστηκε πάνω στα μαθηματικά, άρα είναι κατάλληλη για τον προγραμματισμό Η/Υ αφού κάθε λέξη, κάθε γράμμα φέρει μια μαθηματική τιμή. Ούτε ότι εξαιτίας αυτής της “μαθηματικότητας” είναι η αρχή των πάντων!

Μία πραγματική μαθηματική ιδιότητα των γλωσσών είναι η κατανομή των γλωσσικών μονάδων. Ας σκεφτούμε μία λέξη της ελληνικής γλώσσας για παράδειγμα. Η λέξη αυτή μπορεί να εμφανιστεί σε συγκεκριμένες προτάσεις (συγκεκριμένες όχι από άποψη περιεχομένου, αλλά από άποψη δομής). Με άλλα λόγια η λέξη της ελληνικής που σκεφτήκαμε μπορεί να πάρει συγκεκριμένες θέσεις μέσα σε μία πρόταση. Δουλειά των μαθηματικών γλωσσολόγων λοιπόν είναι να αποτυπώσουν μέσα σε μία κατανομική ανάλυση όλες τις θέσεις που μπορεί να πάρει η λέξη μας μέσα στην πρόταση.

Που μας χρησιμεύει μια τέτοια ανάλυση; Ενδεικτικά αναφέρω δύο χρήσεις: στη συγκριτική μελέτη των γλωσσών μπορεί κανείς να δει τις θέσεις στις οποίες εμφανίζεται η λέξη αυτή στη μία και την άλλη γλώσσα που συγκρίνουμε. Επίσης μέσω της κατανεμικής ανάλυσης οι μελετητές μπορούν να διαπιστώσουν την πατρότητα ενός κειμένου, του οποίου τον συγγραφέα αγνοούμε. Αρκεί να έχουν τις αναλύσεις ενός ικανού αριθμού λέξεων που συνηθίζει να χρησιμοποιεί ο συγγραφέας και που τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους.

Advertisements


like a rainbow

Μπάτσος (Φιλιππίδης): Δεν το τρώω το κοτόπουλο.
Γιάννης: Γιατί, φοβάστε μη βγάλετε βυζιά;

Όπως έχω αναφέρει και σε παλιότερα posts ορισμένες κοινωνικές ομάδες αναπτύσσουν μια δική τους εκδοχή της γλώσσας συνήθως για να μην γίνουν κατανοητοί (και για να «προστατευτούν») από τους γύρω τους. Μία από αυτές είναι τα καλιαρντά (καλιαρντός=κακός, άσχημος), η γλώσσα των ομοφυλόφιλων που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’40.

Αν αναζητήσετε πληροφορίες για αυτή την κοινωνιόλεκτο, σίγουρα θα πέσετε πάνω στο όνομα Ηλίας Πετρόπουλος, μιας και πρώτος αυτός ερεύνησε και κατέγραψε τα χαρακτηριστικά της. Συνέταξε μάλιστα ερμηνευτικό-ετυμολογικό λεξικό, με τίτλο «Καλιαρντά» (εκδόσεις Νεφέλη) που περιέχει περίπου 3.000 λήμματα. Το βιβλίο του αυτό στάθηκε αφορμή να κατηγορηθεί ο Πετρόπουλος για περιύβριση της δημόσιας αρχής, του βασιλικού εμβλήματος και της ορθόδοξης εκκλησίας και να καταδικαστεί τελικά ως πορνογράφος -σε μια εποχή φυσικά που κουμάντο στην Ελλάδα κάναν τα «μπισκοτότεκνα»*-!

Τα καλιαρντά, όπως παρατηρεί ο Πετρόπουλος, εμφανίζουν στοιχεία από τα ελληνικά, τουρκικά, αγγλικά, ιταλικά και γαλλικά. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 ήταν «κρυφή» γλώσσα. Έπειτα φράσεις της χρησιμοποιήθηκαν στο θέατρο, αργότερα στην τηλεόραση και τελικά στην καθημερινή μας γλώσσα, π.χ. τζους, κουλό, λούγκρα.

Όσον αφορά τη γλωσσολογία, όπως ακριβώς στο πλαίσιο των γυναικείων σπουδών μελετάται η «απεικόνιση» της γυναίκας στη γλώσσα, το ίδιο συμβαίνει και με τους ομοφυλόφιλους στις λεγόμενες gay σπουδές.

*μπισκοτότεκνα (κατά το γαργαρότεκνο=ναύτης) ονόμαζαν οι gay τους χουντικούς στα καλιαρντά (από το Γεώργιος Παπαδόπουλος→μπισκότα Παπαδοπούλου→μπισκοτότεκνο!)

σχετικοί σύνδεσμοι

μικρό γλωσσάρι καλιαρντών




αχ και βλαχ!
Μαρτίου 15, 2010, 20:54
Filed under: γλωσσες | Ετικέτες: , ,

Αν και καθυστερημένα, παραδέχομαι ότι βρίσκω σωστή την παρατήρηση αναγνώστη στο post «βυσσ’νή θύελλα», πως ενώ μιλάω για «βλάχικη» γλώσσα δεν αναφέρομαι πουθενά στην αρωμουνική (τη γλώσσα των Βλάχων) αλλά στη βαριά θεσσαλική μου διάλεκτο! 🙂

Η Βλάχικη με κεφαλαίο είναι μια λατινική γλώσσα, ανεξάρτητη από την ελληνική, της οποίας η ιστορία ξεκινά με την κατάκτηση των Βαλκανίων από τους Ρωμαίους. Φέρεται μάλιστα να προήλθε είτε από την καθομιλουμένη λατινική λαϊκή γλώσσα, είτε από τη διάλεκτο της λατινικής την οποία είχαν αναπτύξει οι ρωμαίοι στρατιώτες. Όποιος από εσάς βέβαια αναγνωρίζει πολλά ελληνικά στοιχεία στη βλαχική, είναι γιατί τα ελληνικά είχαν μεγάλη επιρροή στην εξέλιξη της γλώσσας, όχι όμως στη γέννησή της. Πιο κοντά μοιάζει να είναι πάντως με τα Ρουμάνικα, με τα οποία δείχνουν να προέρχονται από κοινό πρόγονο.

Στην Ελλάδα υπάρχουν καμιά εικοσαριά χιλιάδες ομιλητές, όμως σχεδόν όλοι τους είναι μεγάλης ηλικίας. Λίγοι νέοι κατανοούν τη γλώσσα κι ελάχιστοι τη μιλούν. Από το 1997 δημιουργήθηκε μάλιστα κι αλφάβητο για να αποκτήσει η γλώσσα γραπτή εκδοχή. Αναρωτιέμαι πάντως πόσοι είναι εκείνοι που ξέρουν να γράφουν Βλάχικα…

Για να επιστρέψω στην αρχική μου σκέψη, ο χαρακτηρισμός ότι οι θεσσαλοί μιλάμε «βλάχικα» (όχι αρωμουνικά, αλλά «χωριάτικα») ίσως συνδέεται με το γεγονός ότι η Θεσσαλία απότελεσε τόπο εγκατάστασης βλαχόφωνων πληθυσμών (Λιβάδι, Τύρναβος κτλ) και ονομάστηκε Μεγάλη Βλαχία. Εννοώ ότι η χρήση της λέξης «βλάχικα»  ίσως επιλέχθηκε γιατί τα θεσσαλικά ακούγονταν στα αυτιά των «πρωτευουσιάνων» το ίδιο ακαταλαβίστικα, παράξενα κι αστεία με τα Βλάχικα.

ελληνο-βλάχικο λεξικό



μη μιλας, δεν ειναι απαραιτητο…

Από μικρό παιδί θυμάμαι τους φίλους των γονιών μου να τους πειράζουν λέγοντας «Εσείς οι καθηγητές κάνετε την πιο ξεκούραστη δουλειά…δυο-τρεις ώρες την ημέρα  και μετά αραλίκι!»…Προσπαθώντας λοιπόν πολλές φορές να υπερασπιστώ την οικογένεια (!), απαντούσα ότι δεν είναι όλοι οι καθηγητές ίδιοι κι ότι αρκετοί από αυτούς δουλεύουν σκληρά κτλ… Που να ‘ξερα η καημένη ότι μια μέρα ένας γλωσσολόγος θα «επιβεβαίωνε» αυτούς τους κακοήθεις;! 🙂

Ο Caleb Cattegno, εισηγητής της «σιωπηλής διαδικασίας», πρότεινε την εξής μέθοδο εκμάθησης της ξένης γλώσσας: ο δάσκαλος με τη χρήση ειδικών χαρτών και χωρίς να μιλάει (!) δείχνει στους μαθητές τη σωστή προφορά! Έπειτα οι μαθητές αυτόνομα ξεκινούν τη γλωσσική παραγωγή, η οποία ελέγχεται από τον βουβό δάσκαλο. Αυτή η σιωπή του θεωρείται πως βοηθά τον μαθητή να καταλάβει ότι πρέπει μόνος του να μάθει τη γλώσσα, να πάρει πρωτοβουλίες και να συνεργαστεί με τους συμμαθητές του. Δουλειά του δασκάλου είναι τελικά να «ράψει το στοματάκι του» και να παρουσιάσει με τη χρήση αντικειμένων (χρωματιστές ράβδους και χάρτες στους οποίους κάθε χρώμα αντιστοιχεί σε μια ιδιαίτερη προφορά) ένα γλωσσικό στοιχείο χωρίς να δώσει προφορικές επεξηγήσεις.

Όλη αυτή η ιδέα στηρίζεται στην παραδοχή ότι δεν μαθαίνουμε μια γλώσσα μιμούμενοι έναν ομιλητή της. Στην πραγματικότητα μαθαίνουμε μια γλώσσα κάνοντας υποθέσεις σχετικά με τη λειτουργία της. Αυτές οι υποθέσεις, μέσα από την «τριβή» μας με τη γλώσσα, είτε επιβεβαιώνονται είτε αναθεωρούνται.

Η «σιωπηλή διαδικασία» βέβαια κρίθηκε αντιπαιδαγωγική λόγω της απόστασης που δημιουργείται μεταξύ μαθητή και δάσκαλου, αλλά και αντιοικονομική αφού σπαταλούνταν ώρες επί των ωρών και χάρτες επί των χαρτών για κάτι που ο δάσκαλος θα μπορούσε απλά να εξηγήσει με λόγια! Τελικά δεν εφαρμόστηκε ποτέ κι έτσι οι εκπαιδευτικοί γλίτωσαν τη δικαιολογημένη καζούρα!