i love linguistics!


φωνες…ακουω φωνες…

Τόσο καιρό που μιλάμε για τη γλώσσα, αναρωτηθήκατε ποτέ με ποιον τρόπο βγαίνει ο ήχος από το στόμα μας, πώς παράγεται η ομιλία; Κάθε ζωντανός οργανισμός, όπως θα έχετε διαπιστώσει, διαθέτει ένα μηχανισμό παραγωγής φωνής. Φωνή είναι εκείνος ο ήχος που παράγεται από το λάρυγγα και το στόμα όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των ζώων.  Και οι δύο τη χρησιμοποιούν ανταποκρινόμενοι άμεσα σε ερεθίσματα. Ο σκύλος για παράδειγμα όταν απειλείται παράγει έναν ήχο που ονομάζουμε γρύλλισμα. Ο άνθρωπος από την άλλη όταν πονέσει παράγει έναν ήχο που ονομάζουμε βογκητό.

Η ομιλία του ανθρώπου βέβαια είναι άλλη ιστορία, γιατί αυτή δεν βασίζεται στις κραυγές αλλά τις λέξεις. Μπορεί βέβαια μια λέξη να παράγεται από ήχους (το ίδιο «υλικό» από το οποίο παράγονται και οι κραυγές) αλλά η διαφορά είναι ότι αυτή μπορεί να χωριστεί σε μικρότερα κομμάτια. Τα μικρότερα αυτά κομμάτια δεν είναι πάντα φορείς σημασίας, ωστόσο ο συνδυασμός τους δημιουργεί εκφράσεις με νόημα.

Στον άνθρωπο η παραγωγή της φωνής γίνεται μέσα από τη λειτουργία του φωνητικού συστήματος: Όταν μιλάμε εκπνέεται αέρας από τους πνεύμονές μας. Ο αέρας κινεί τις φωνητικές μας χορδές, οι οποίες δεν είναι όπως πιθανόν τις φαντάζεστε-σαν τις χορδές της κιθάρας-αλλά δυο μεμβράνες στο φάρυγγα. Όταν μιλάμε οι μεμβράνες προσεγγίζουν η μία την άλλη και πάλλονται ή απομακρύνονται αφήνοντας τον αέρα να περνά (ανάλογα τι λέμε). Λίγο πιο πάνω από τις φωνητικές χορδές υπάρχουν κάτι άλλες μεμβράνες πιο δύσκαμπτες. Ανάμεσα στις φωνητικές και τις άλλες χορδές, υπάρχει το λεγόμενο φωνητικό άδυτο, στο οποίο σχηματίζεται η φωνή. Αυτή μεταφέρεται προς τα έξω μέσα από τις κοιλότητες του φάρυγγα, της μύτης και του στόματος. Το τελικό αποτέλεσμα βέβαια διαμορφώνεται με τη συμβολή της γλώσσας, του ουρανίσκου, των χειλιών κτλ. Έτσι ,για παράδειγμα, για να σχηματιστεί ο ήχος [r] ο αέρας περνά σχετικά ελεύθερα από τη στοματική κοιλότητα, ενώ η άκρη της γλώσσας πάλλεται προς τα φατνία (το κοίλωμα που είναι στερεωμένα τα δόντια).

P.S. Μην το αρνηθείς! Μόλις το διάβασες, έκανες [rrrrrrr] για να το διαπιστώσεις!!! 😀



ή ταν ή ταπιταν!

Όσοι λύνετε σταυρόλεξα σίγουρα συναντάτε συχνά τον ορισμό «ΤΗΝ…ΤΩΝ ΣΠΑΡΤΙΑΤΩΝ» που έχει σαν απάντηση το «ΤΑΝ» (θυμηθείτε το γνωστό «ή ταν ή επί τας» που έλεγαν οι Σπαρτιάτισσες καθώς έδιναν στους γιους τους την ασπίδα για τη μάχη). Το «ΤΑΝ» δηλαδή είναι άρθρο της δωρικής διαλέκτου κι αντιστοιχεί στο άρθρο «ΤΗΝ» της αττικής διαλέκτου. Επομένως το «ή ταν ή επί τας» στην αττική είναι «ή την [ασπίδα] ή επί της [ασπίδος]» δηλαδή ή να φέρεις την ασπίδα ή να σε φέρουν πάνω στην ασπίδα νεκρό (μάνα να σου πετύχει! :P).

Η Αθήνα και η Σπάρτη λοιπόν εκτός από τις διαφορές που έκαναν την έχθρα τους να μείνει στην ιστορία, διαφέρουν και στη γλώσσα! Κι αφού όλοι λίγο πολύ κατανοούμε την αττική διάλεκτο που διδαχτήκαμε στο σχολείο, θα σας μιλήσω για μερικές διαφορές της με τη δωρική.

Η δωρική όπως είδαμε διατηρεί το μακρό ᾱ της Ινδοευρωπαϊκής ενώ η αττική το τρέπει σε μακρό ανοιχτό ē, δηλαδή «η». Άλλη μια διαφορά συναντά κανείς στα αριθμητικά των δύο διαλέκτων. Αν ένας Αθηναίος έλεγε «Οι τριακόσιοι» ο Λεωνάιντας θα του απαντούσε «Ποιοι τριακόσιοι;! This is Sparta! Οι τριακάτιοι εννοείς!»…  😀 Μήπως θυμάστε πόσο δύσκολα μαθαίναμε στο σχολείο ότι το τρίτο πληθυντικό του Ενεστώτα κάνει «παιδεύουσιν» κι όχι «παιδεύουν» όπως στα νέα ελληνικά; Πάλι καλά να λέτε που δε μαθαίναμε και δωρική διάλεκτο, γιατί εκεί κάνει «παιδεύοντι«! Αφήστε που σε ορισμένες λέξεις οι Σπαρτιάτες έβαζαν το βραχύ ᾰ εκεί που η Αθηναίοι βάζαν το ε, π.χ. ἱαρός-ἱερός! Ας μη μιλήσω για εκείνες τις λέξεις που συναντάμε μόνο στη δωρική, όπως πάομαι = αποκτώ ή λείω= θέλω.

Κι αφού κάπου εδώ τελειώσαμε με τα γλωσσολογικά, θα παρακαλούσα όποιον γνωρίζει να μου θυμίσει το κόλπο με το οποίο βρίσκω εύκολα τους αρχαίους ελληνικούς αριθμούς… Έχουμε κι ένα σταυρόλεξο να λύσουμε! 😀



πετραδακι, πετραδακι για τα σενα το ‘χτισα

Αν ανήκετε σε εκείνους που προτιμούν το βουνό για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, σας προτείνω να επισκεφτείτε τουλάχιστον για ένα τριήμερο τα όμορφα χωρία του καταπράσινου Βοΐου Κοζάνης. Η φυσική ομορφιά της περιοχής καθώς επίσης και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των κτιρίων θα σας συνεπάρουν. Τα χωριά εκεί χαρακτηρίζονται μαστοροχώρια -όπως αυτά της Ηπείρου- γιατί στην περιοχή διέμεναν φημισμένοι τεχνίτες της πέτρας, οι οποίοι κατασκεύαζαν τα πανέμορφα πέτρινα αρχοντικά που συναντάμε στο Βόιο. Εκτός όμως από αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, η περιοχή παρουσιάζει και γλωσσολογικό βεβαίως βεβαίως!

Οι τεχνίτες της πέτρας του Βοΐου είχαν αναπτύξει μια κοινωνιόλεκτο -ή καλύτερα μία επαγγελματική διάλεκτο- για να μη γίνονται κατανοητοί από τους “ανεπιθύμητους”. Αυτή τους η ανάγκη αποκαλύπτεται μάλιστα στην χαρακτηριστικότερη ίσως μαστόρικη έκφραση “Μη ξιφλιάς, τσλίζ ου μπαρός!” που σημαίνει “Μη μιλάς, ακούει το αφεντικό!”. Η διάλεκτος των μαστόρων ονομάζεται κουδαρίτικα και απαντάται με μικρές διαφοροποιήσεις στα μαστοροχώρια της Ηπείρου και της Θράκης. Κουδάρ(η)ς ονομάζεται ο μάστορας και κούδα η πέτρα.

Ταξιδεύοντας στο Βόιο λοιπόν ίσως έχετε την ευκαιρία να ακούσετε ηλικιωμένους άντρες, συνταξιούχους χτίστες, να χρησιμοποιούν ακόμα στον καθημερινό τους λόγο μαστόρικες λέξεις. Ακόμα θυμάμαι τον παππού μου, που ήταν μάστορας από τον Πεντάλοφο Βοΐου, να χρησιμοποιεί μαστόρικες λέξεις όπως “μαλέτσ’κος” που θα πει μικρός ή “ξούλια”, δηλαδή τα ρούχα. Έχω επίσης την εντύπωση ότι έλεγε και ένα τραγούδι στα κουδαρίτικα, το οποίο δυστυχώς δεν κατέγραψα, γιατί ήμουν μικρή και δεν ήξερα ότι μια μέρα θα με ενδιέφεραν κάτι τέτοια! Αν έχετε λοιπόν κάτι σχετικό υπόψη σας στείλτε μου παρακαλώ ένα mail!

Το λεξιλόγιο των κουδάρων πάντως ήταν ιδιαίτερα περιορισμένο (γύρω στις πεντακόσιες λέξεις) γιατί αφορούσε πολύ συγκεκριμένες πτυχές της καθημερινής ζωής: την εργασία τους, το φαγητό (η πείνα των μαστόρων είναι άλλωστε παροιμιώδης!) και φυσικά τον έρωτα. Δεδομένου ότι πολλοί από τους χτίστες έφευγαν από τον τόπο τους για μεγάλα διαστήματα προκειμένου να αναλάβουν το χτίσιμο κτιρίων -ακόμα και στα Βαλκάνια- αναγκάζονταν να καμουφλάρουν τον πόθο τους για γυναίκες άλλων αντρών με συνθηματικές λέξεις.

Το συνθηματικό λεξιλόγιο των μαστόρων παρέμεινε θα λέγαμε “μυστικό”, αφού δεν διαδόθηκε ποτέ τόσο ώστε λέξεις του να περάσουν στην καθημερινή μας ομιλία ως αργκό (όπως συνέβη με άλλες κοινωνιολέκτους, π.χ. τα καλιαρντά, τη γλώσσα δηλαδή των ομοφυλοφίλων). Κάνοντας μια μικρή έρευνα για να ανακαλύψω έστω μία λέξη που να χρησιμοποιείται στην αργκό αλλά να προέρχεται από τα κουδαρίτικα, εντόπισα μόνο τη λέξη “μπαρίνα”, η οποία στη Βόρεια Ελλάδα χρησιμοποιείται -σπάνια βέβαια- αντί της λέξης “γκόμενα”. Στα μαστόρικα “μπαρίνα” πάντως σήμαινε τη γυναίκα του αφεντικού.