i love linguistics!


βαλε μπιπ στο «χριστο μου»!

Παρακολουθώντας με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις για την «εγκληματική οργάνωση» του Μπέου, του Μάκαρου και των υπολοίπων, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο με τα πιο χιουμοριστικά σχόλια του twitter για το θέμα. Προτού συνδέσω όλο αυτό με τη γλωσσολογία, να σας πω ότι τα σχόλια τελικά δεν ήταν και τόσο αστεία κι ότι περισσότερο γέλασα με κάποιους από τους διαλόγους του Big Mac.

Κάποιος λοιπόν -επηρεασμένος από τα ανέκδοτα που είναι και πάλι της μοδός- έγραψε στο twitter του: «Ο Chuck Norris έπαιξε διπλό σε match που έστησε άσσο ο Μπέος και κέρδισε!». Ίσως χρειάστηκε να διαβάσετε περισσότερες από μία φορές την παραπάνω πρόταση για να «πιάσετε» αρχικά το νόημα και μετά το χιουμοράκι. Κατά κοινή ομολογία δεν είναι και η πιο «στρωμένη» πρόταση που υπάρχει.

Κι επειδή μου είναι δύσκολο να καθορίσω αν αυτή η πρόταση είναι γραμματική ή αντιγραμματική (αν συμφωνεί δηλαδή με τους κανόνες που ανήκουν στη γραμματική της ελληνικής γλώσσας), θα σταθώ σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της που την καθιστά δυσκολονόητη · την αμφισημία.

«Ο Chuck Norris έπαιξε διπλό σε match που έστησε άσσο ο Μπέος και κέρδισε!». Ποιος κέρδισε; Ο Cuck Norris θα μου πεις! Για δες καλύτερα…Δεν μπορεί να κέρδισε και ο Μπέος;! 😀

Αυτό είναι η αμφισημία (και μάλιστα η της φραστικής δομής). Ένας σημασιολόγος θα έλεγε ότι αμφισημία έχουμε όταν αποδίδονται εναλλακτικές δομές συστατικών σε μία δομή. Εγώ θα σου πω απλά ότι αμφισημία έχουμε όταν υπάρχει και μια δεύτερη, διαφορετική ανάγνωση της πρότασης. Να σημειώσω εδώ όμως ότι αμφισημία δεν σημαίνει ασάφεια. Εκεί υπάρχει ακαθόριστος αριθμός πιθανών ερμηνειών. Κάτι σαν τις συνομιλίες του Μάκη! 😀

update: κλικ!



greeklish more and more!!!

Παρόλο που ήδη έχω αναφερθεί στο θέμα , επιστρέφω σε αυτό, γιατί βλέπω ότι από τότε που το «Ράδιο Αρβύλα» ξεκίνησε την καμπάνια «Greeklish no more! Μόνο ελληνικά!» έχει γίνει ένας χαμός στο ίντερνετ -και ειδικά στο facebook- από υπερασπιστές της ελληνικής γλώσσας! Ακολουθούν λοιπόν κάποιες σκέψεις που έκανα βλέποντας το μήνυμα των «Ράδιο Αρβύλα».

Ξεκινάει ο Κανάκης λέγοντας «Από τα λίγα πράγματα που μας έχουν απομείνει σ’αυτή τη χώρα να είμαστε περήφανοι, είναι οι γλώσσα μας. […] Αυτή τη στιγμή μια ολόκληρη γενιά πληκτρολογεί ασταμάτητα greeklish.». Ταυτίζει λοιπόν την ελληνική γλώσσα με τη γραπτή έκφραση της. Γλώσσα δεν είναι όμως μόνο αυτό που γράφουμε, αλλά κυρίως αυτό που λέμε. Και το πώς γράφουμε μια γλώσσα (ανορθόγραφα, καλλιγραφικά, με συντομογραφίες, κτλ) είναι βέβαιο -από την εμπειρία και μόνο- ότι δεν επηρεάζει τη γλώσσα.

Ο Κανάκης θεωρεί ότι πρέπει να είμαστε περήφανοι γι’ αυτή τη γραπτή γλώσσα. Όμως γιατί; Οι πρώτοι είμαστε ή οι τελευταίοι που διαθέτουμε αλφάβητο και που μπορούμε να γράψουμε αυτό που εκφωνούμε; Περήφανοι ας είμαστε για την ανθρωπότητα που κατάφερε να φτιάξει αλφάβητα ή να είμαστε περήφανοι-όσοι θέλουμε- για τα γραπτά κείμενα της γλώσσας μας (για τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη…). Για την γραπτή απόδοσή της προφορικής ελληνικής γλώσσας, προς τι η περηφάνια;!

Και συνεχίζουν: «Μια ολόκληρη γενιά έχει σχεδόν ξεχάσει να γράφει ελληνικά«, «Τα greeklish μπορούν να καταργήσουν τον ελληνικό γραπτό λόγο και όχι μόνο!». Εγώ πάντως που κάνω ιδιαίτερα σε παιδιά, θέλω να τους διαβεβαιώσω ότι δεν τα είδα ποτέ να γράφουν εκ παραδρομής κάτι με λατινικούς χαρακτήρες-παρά μόνο στα λατινικά!- ούτε να γράφουν απαντήσεις σε κάποια άλλη γλώσσα. Κι έχω να τους πω ότι κάτι τέτοιες υπερβολές χρησιμοποιούν συνήθως οι «αδωνίζοντες» για να χτυπήσουν τον κόσμο στο συναίσθημα.

Την υπερβολή αυτή συνεχίζουν μιλώντας για «καταστροφική συνήθεια για την ελληνική γλώσσα», για «πρόβλημα«, για «έγκλημα«… Και τσουπ οι λέξεις «έγκλημα» και «πρόβλημα» εμφανίζονται με μεγάλα γράμματα στην οθόνη μας, για να μας «ταρακουνήσουν»! Και έρχομαι εγώ να ρωτήσω: Ποιο είναι το έγκλημα και ποιο το πρόβλημα; Τα greeklish τα χρησιμοποιούμε σε συγκεκριμένες περιστάσεις επικοινωνίας· στα ηλεκτρονικά μέσα. Κι αυτό το κάνουμε αφενός γιατί το sms και το chat δεν απαιτούν τη χρήση συγκεκριμένου αλφαβήτου κι αφετέρου γιατί κάποιους μας βολεύει. Τα greeklish είναι ένας «προφορικογραπτός» λόγος, ανεπίσημος, φωνητικός, κωδικοποιημένος, χωρίς «ορθή γραφή» και άλλες συμβάσεις. Όπως ακριβώς θέλουμε να μιλάμε χωρίς περιορισμούς, έτσι -όταν η περίσταση επικοινωνίας το επιτρέπει- θέλουμε να γράφουμε και χωρίς περιορισμούς.

Αντιθέτως σε άλλες περιστάσεις που οφείλουμε να χρησιμοποιούμε το ελληνικό αλφάβητο, είμαστε τυπικοί (στις χειρόγραφες επιστολές, στις εκθέσεις κτλ). Είναι εκπληκτικός -από γλωσσολογικής πλευράς- ο τρόπος με τον οποίο εναλλάσσουμε ακόμα και τη γραπτή μορφή της γλώσσας, ανάλογα με το περιβάλλον επικοινωνίας! Δεν την καταστρέφουμε, αλλά ξέρουμε να τη χειριζόμαστε πολύ καλά!

Κι ακόμα κι αν έρθει η αποφράδα-για τον Κανάκη και τους φίλους του- μέρα να γράψουμε με λατινικούς χαρακτήρες, πιστέψτε με αυτό θα έχει έρθει ομαλά μέσα από τις ανάγκες που θα έχουν δημιουργηθεί στους ομιλητές εκείνης της εποχής. Αλλά μην ανησυχείτε! Δεν έρχεται σύντομα αυτή η καταστροφή.



ουυυυυυυ six hundred sixty six!

Πριν λίγες μέρες, κάνοντας υψηλού επιπέδου-ακαδημαϊκό θα τολμούσα να πω :D- χιούμορ στη μαμά μου που μιλάει ακατάπαυστα (και συχνά ακατάληπτα!) της είπα ότι το φαινόμενο αυτό στη γλωσσολογία λέγεται «γλωσσολαλία»! Και ενώ σύντομα ξέχασα την παραπάνω κρυάδα, την ξαναθυμήθηκα σήμερα βλέποντας την Ελένη Λουκά μετά από καιρό!

Γλωσσολαλία είναι μία μορφή ακατανόητου λόγου (εξού και το χιουμοράκι!) που χρησιμοποιούν όμως μέλη θρησκευτικών ομάδων. Μοιάζει με γλώσσα, αφού αποτελείται από συλλαβές που συναντάμε σε φυσικές γλώσσες, ωστόσο στερείται συμβατικής αναφοράς. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αντιστοιχία του γλωσσικού σημείου με τον εξωτερικό κόσμο. Ως προς τη δομή, η γλωσσολαλία είναι πολύ απλή και περιλαμβάνει πολλές επαναλήψεις.

Όσοι έχουν «γλωσσολαλήσει» (!) θεωρούν ότι μίλησαν μια πραγματική αλλά άγνωστη στους υπόλοιπους γλώσσα. Ο δε χριστιανισμός την αναγνωρίζει σαν μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία ο πιστός βρίσκεται σε έντονη θρησκευτική διέγερση. Οι γλωσσολόγοι, από την άλλη, τη θεωρούν απλά ένα φαινόμενο που έχει ως μοναδική λειτουργία να δείξει (όσο είναι αυτό δυνατόν, αφού πρόκειται για αλαμπουρνέζικα) τις πεποιθήσεις του ομιλητή ή της ομιλήτριας. Η ψυχιατρική πάντως μιλά για σύμπτωμα νευρολογικής διαταραχής.

Όσο για τα «ακαδημαϊκού» τύπου αστειάκια, πιστέψτε με δεν είναι οι φιλόλογοι ή οι γλωσσολόγοι οι χειρότεροι… Κάντε παρέα με ιστορικούς τέχνης και θα με θυμηθείτε! 😀