i love linguistics!


baby you can drive my car!

e534384d0d6d5a9823af6103999db6a3

Η φίλη serenitsa (η γνωστή «G.») επιστρέφοντας για λίγο στην Ελλάδα μου εξέφρασε έναν νέο γλωσσ(ολογ)ικό προβληματισμό που της δημιούργησε η συναναστροφή της με αλλόγλωσσ@ς. Όταν οι φίλ@ της στη Σουηδία τη ρωτούν πώς είναι μια λέξη στα ελληνικά, καταφεύγει συχνότερα σε μεταφραστικές επιλογές που λήγουν σε -άκι, πράγμα που οι ξέν@ βρίσκουν πολύ αστείο (τι χιούμορ! :P). Για παράδειγμα τ@ς μίλησε για το σουβλάκι, το μουστάκι, το FIAT το πεντακοσαράκι κτλ. Αναρωτιέται λοιπόν η serenitsa: πόσο τυχαίο μπορεί να είναι αυτό;;

Η κατάληξη -άκι εμφανίζεται όντως πολύ συχνά στα ελληνικά, κυρίως γιατί είναι το πιο συνηθισμένο παραγωγικό επίθημα με το οποίο σχηματίζουμε τα υποκοριστικά, π.χ. φιλί → φιλάκι, πιάτο → πιατάκι. Δυσκολεύομαι βέβαια να πιστέψω ότι τη serenitsa τη ρώτησαν «how do you say <<fork>> in greek?» και τους απάντησε ναζιάρικα «πιρουνάκι» αντί για «πιρούνι»!

Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες η serenitsa θα κατέφευγε στο υποκοριστικό αντί για την πρωτότυπη λέξη θα ήταν αν ήθελε να δείξει οικειότητα/τρυφερότητα, π.χ. στην υποτιθέμενη ερώτηση «how do you say <<baby i love you>> in greek?» πιθανώς να προτιμούσε το «μωράκι σ’αγαπώ» αντί για «μωρό σ’αγαπώ». Ή ακόμα αν ήθελε να μειώσει κάποιο πρόσωπο π.χ. «he’s a suck up!» → «in greek: είναι γλειφτράκι» αντί για «γλείφτης».

Παρόλο λοιπόν που ο υποκορισμός γεμίζει την ελληνική γλώσσα με λέξεις σε -άκι, η serenitsa αποκλείεται να κατέφευγε τόσο συχνά σ’αυτόν ώστε να δικαιολογήσουμε την παρατήρηση των φίλων της. Επομένως δύο πράγματα μπορεί να συνέβησαν:

Ίσως έτυχε να χρησιμοποιήσει λέξεις σε -άκι που έχασαν την υποκοριστική τους σημασία κι έγιναν χωριστά (ας το πούμε) λήμματα. π.χ. το παγάκι, το σακάκι, το χωνάκι, το καλαμάκι κτλ. Θα το κάνω πιο σαφές με ένα αναλυτικό παράδειγμα: όταν κάποιος τρώει μια σοκολάτα και θέλουμε ένα κομμάτι, δεν θα του πούμε «δώσε μου ένα σοκολατάκι». Ή ακόμα κι αν τρώει μια μικρή σοκολάτα δεν μπορούμε να του πούμε «Που το βρήκες αυτό το σοκολατάκι;». Το μικρό κομμάτι σοκολάτας είναι «κομματάκι» και η μικρή σοκολάτα «σοκολατίτσα»! Το «σοκολατάκι» είναι μεν μορφολογικά το «υποκοριστικό» της «σοκολάτας», όμως σημασιολογικά σημαίνει κάτι άλλο: είναι ένα είδος μικρού γλυκίσματος με βάση τη σοκολάτα. Αχ να ‘χαμε ένα! 🙂

Ίσως βέβαια η serenitsa, αν και υποκοριστικό η ίδια (!), να μην μπλέχτηκε καν με τον υποκορισμό σε κάποιες από τις λέξεις τις οποίες μετέφρασε. Κι αυτό γιατί πολλές από τις λέξεις σε -άκι που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά είναι δάνειες, κυρίως από τα τούρκικα: τσακμάκι (çakmak), σπανάκι (ıspanak), κτλ.

Με τούτα και μ’εκείνα: CASE SOLVED (για να μη ξεχνάμε και το ντετεκτιβ-λίκι της γλώσσας! :D)

Advertisements