i love linguistics!


ολοι τρια (;) μετρα παιρνουν γη!

Bride-escapes-grave3Τον υπουργό Πολάκη τον έμαθα μετά το περιστατικό του Δεκεμβρίου, όταν κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου συγκρούστηκε με έναν δημοσιογράφο. Ο Πολάκης τότε έγινε δέκτης αρνητικής κριτικής από μεγάλο μέρος του κόσμου, όχι μόνο για τον τρόπο που χειρίστηκε τη συνέντευξη τύπου, αλλά και για την επιλογή του να προφέρει τον ιό HIV, «χιβ». Είχα στενοχωρηθεί τότε που δεν προλάβαινα να κάνω μια μικρή έρευνα και να γράψω κάτι για το γλωσσικό αυτό «λάθος». Το έψαξα πάντως το πράμα και περίμενα την κατάλληλη στιγμή…ώσπου χτες ο Πολάκης ξαναχτύπησε! 🙂

Μιλώντας σε κομματική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ και αναφερόμενος στην επίμαχη συνέντευξη τύπου, μεταξύ άλλων, είπε: «Ή που βγήκαν κάτι 25χρονα, που εψές επήρανε πτυχίο, να μου πουν πώς λένε οι γιατροί τον ιό του AIDS, ας πούμε. Όλοι χιβ τον λέμε μεταξύ μας. Έτσι τον λέμε. Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Και θα μας κάνουν παρατήρηση, ας πούμε, τα χτεσινά αβγά -για να το πω κι έτσι-. Πώς θα τον επούμε, ας πούμε.»

Πράγματι -όπως έχουμε πει πολλάκις (you see what I did there! 😛 )- στο πλαίσιο μίας κλειστής ομάδας, όπως είναι πχ οι γιατροί ενός νοσοκομείου, αναπτύσσεται μία ποικιλία της γλώσσας, σχεδόν συνθηματική. Αυτή παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με τη νόρμα στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και την προφορά. Ένα τέτοιο παράδειγμα διαφορετικής προφοράς είναι η επιλογή των γιατρών να προφέρουν -μάλλον χάριν συντομίας- το ακρωνύμιο HIV (που θα προφερόταν κανονικά [‘v]), απλά χιβ.

Βέβαια η επιλογή του Πολάκη να πει τον HIV, χιβ, δεν ταιριάζει στο συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο. Ήταν μία συνέντευξη τύπου, όχι μία συνομιλία ανάμεσα σε γιατρούς, στο πλαίσιο της δουλειάς τους. Η λανθασμένη χρήση του διαλεκτικού τύπου ενδεχομένως και να έγινε από παραδρομή. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή ότι ο Πολάκης όπου σταθεί κι όπου βρεθεί λέει τον HIV «χιβ», ή τον ορθοπεδικό «κοκαλά», ή το οινόπνευμα «οινόπλεμα» (=επειδή οι γιατροί «πλένονται» με αυτό) και περιμένει να τον καταλάβουν με ευκολία!

 

 

 



Λαρ’σα ‘s voice!

10431696_744020682287436_8937173544103254247_nΈνα κείμενο της Athensvoice (που τώρα μόλις παρατήρησα ότι γράφτηκε το 2009) μοιράζεται στ@ς λαρισαί@ς διαδικτυακ@ς φίλ@ς τις τελευταίες μέρες. Πρόκειται για το «Ξένες Λέξεις-Το λεξικό του κάμπου» που υπογράφουν η Βάγια Ματζαρόγλου και ο Στέφανος Τσιτσόπουλος. Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων με τη Λάρισα ή την ευρύτερη περιοχή, ωστόσο ζώντας στην πόλη τα 23 από τα 29 χρόνια της ζωής μου έχω να τους πω ότι πάνω από τις μισές εκφράσεις και λέξεις που καταγράφουν μου είναι παντελώς άγνωστες. Για κάποιες μάλιστα είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν.

Διαβάζοντας από κοινού το κείμενο με Λαρισαί@ς φίλ@ς καταλήξαμε ότι κάποιες από τις λέξεις που δεν γνωρίζω, ναι μεν δεν χρησιμοποιούνται στην πρωτεύουσα του νομού, αλλά χρησιμοποιούνται αλλού, για παράδειγμα στην Ελασσόνα: Βλάκας = Σιούτος, Πανύβλακας = Σιούρδος.

Κάποιες άλλες μάλλον αποτελούν μέρος της ιδιολέκτου των ομιλητών, τ@ς οποί@ς συμβουλεύτηκαν οι συντάκτ@ς για να γράψουν το άρθρο. Η ιδιόλεκτος είναι η προσωπική χρήση της καθομιλουμένης που παρουσιάζει ιδιαιτερότητες λεξιλογικές (και όχι μόνο) σε σχέση με την καθομιλουμένη. Η ιδιόλεκτος λοιπόν είναι κατανοητή από τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους. Για να καταλάβετε τι εννοώ, εμείς στο σπίτι μου λέμε το «τηλεκοντρόλ» «τσακατσούκα». Λέμε πχ «Που είναι το τσακατσούκα;» και αν ο δέκτης του μηνύματος είναι του σπιτιού, ξέρει ακριβώς τι αναζητάμε. Η ένταξη λοιπόν στο «Λεξικό του κάμπου» φράσεων όπως «Παθητικός γκέι = Σφουρλιάγκος / Ροζοχτύπς», «Ενεργητικός γκέι = Κωλοφάγος», «Είναι τραβεστί = Έχει γκαργκαλιάνγκο» μου μυρίζουν ιδιόλεκτο. Είναι σαν να με ρωτούσαν εμένα πώς λέμε στη Λάρισα το «τηλεκοντρόλ» και να τους απαντούσα «τσακατσούκα».

Όσο για τις λέξεις και εκφράσεις που είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν, αλλά αντιθέτως είναι γεννήματα μη Θεσσαλών ομιλητών, παραθέτω ενδεικτικά: «Γλείψε μου το στήθος = Ματσάλαμ’ τα βζά», «Το κλαμπ έχει ουρά για να μπεις = Βαράει στρούγκα», «Μωρό μου = Ζγούρι μου (εκ του ζυγούρι = προβατίνα)». Οι φράσεις αυτές είναι προϊόν της αντίληψης ότι οι Λαρισαί@ είναι χωριάτες, φτιάχνουν ολημερίς τυριά, κάθε σπίτι έχει ένα μαντρί κτλ. 🙂 Η πρώτη φράση από αυτές που κατέγραψα μάλιστα νομίζω ότι προέρχεται από ένα ανέκδοτο, τύπου «Πως λένε οι Λαρισαίοι το…».  

Μια τελική σημείωση: το κείμενο της Athensvoice δεν έθιξε κανένα και καμία. Οι ομιλητ@ς της περιοχής πιστεύω ότι το διάβασαν με ενδιαφέρον γιατί ξέρουν ότι μιλούν ιδιαίτερα και δεν ντρέπονται. Γι’ αυτό μάλλον περιμέναμε πιο εύστοχες επιλογές. Υπάρχουν άλλωστε τόσα να γράψει κάποι@ς! Σε μελλοντικό post ίσως επιχειρήσω μία καταγραφή.

Πέρα από τη διαφωνία μου με την επιλογή κάποιων λέξεων και εκφράσεων, να πω ότι υπήρχαν λάθη και στους ορισμούς. Δεν λέμε δηλαδή «Κλαίει το κλαρίνο!» για το «Γαμάτο track!» (πχ ακούγοντας Lady Gaga: «Κλαίει το κλαρίνο!») αλλά όταν όντως κλαίει το κλαρίνο, δηλαδή όταν σολάρει! Εκτός κι αν ο ορισμός προέκυψε από την αντίληψη ότι στη Λάρισα ακούμε μόνο κλαρίνα! 😀



μαμπο μπραζιλερο

graffiti.siΤέσσερα χρόνια πριν στο post μου “EVIVA ESPAÑA!” σας είχα υποσχεθεί ότι ο γλωσσολογικός κύκλος του μουντιάλ θα ξανανοίξει αν κι εφόσον εξακολουθώ να γράφω μετά από τέσσερα χρόνια! Να ‘μαι λοιπόν! 🙂

Σήμερα θα σας μιλήσω για τα portugese (τα πορτογαλικά), την επίσημη δηλαδή γλώσσα της διοργανώτριας Βραζιλίας. Να πω κάπου εδώ ότι προτιμώ τον όρο portugese, γιατί το “πορτογαλικά” μου ακούγεται σαν να είναι η γλώσσα αποκλειστικότητα των Πορτογάλων… Τα portugese όμως τα μιλάνε επίσημα στην Πορτογαλία, τη Βραζιλία, τη Μοζαμβίκη, την Αγκόλα, το Πράσινο Ακρωτήριο, τις Αζόρες, τη Γουινέα-Μπισσάου και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Αγίου Θωμά και Πρίγκιπα (!), ένα νησιωτικό κράτος στον Κόλπο της Γουινέας. Εξαιτίας της αποικιοκρατίας βέβαια βρίσκουμε σήμερα ομιλητ@ς των portugese και σε περιοχές της Ινδίας, της Σρι Λάνκα και της Μαλαισίας.

Η γλώσσα των Βραζιλιάνων (και τόσων άλλων όπως είδαμε) είναι μια νεολατινική γλώσσα, προέρχεται δηλαδή από τις διαλέκτους εκείνες της λατινικής τις οποίες μιλούσαν οι στρατιώτες και οι έποικοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Ιβηρική Χερσόνησο. Συγκεκριμένα στο βορειοδυτικό τμήμα της Χερσονήσου οι ζυμώσεις της γλώσσας που μιλούσαν πριν οι κάτοικοι, μαζί με τη νέα γλώσσα που έφεραν οι Ρωμαίοι κατακτητές, οδήγησαν στη γέννηση μιας νέας λατινογενούς ποικιλίας που ονομάζεται από τ@ς γλωσσολόγους «Γαλικιανοπορτογαλική» (!). Αυτή χρησιμοποιήθηκε για αιώνες -ακόμα και μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας- ως κοινή γλώσσα του λαού, αλλά όχι επίσημη. Επίσημη γίνεται τον 13ο αιώνα με απόφαση του βασιλιά της Πορτογαλίας. Φυσικά  η γλώσσα του 13ου δεν είναι η ίδια ακριβώς με τη Γαλικιανοπορτογαλική – έχει υποστεί αλλαγές- και ονομάζεται πλέον «Πορτογαλική». 

Στη Βραζιλία τα πορτογαλικά φτάνουν με τον πορτογαλικό αποικισμό στην περιοχή το 1500. Η γλώσσα που μιλιέται βέβαια στη Βραζιλία διαφοροποιήθηκε σταδιακά από αυτή της Πορτογαλίας, κυρίως στην προφορά, τη δομή της πρότασης, αλλά και την ορθογραφία. Αυτό οφείλεται στο ανακάτεμα με στοιχεία άλλων γλωσσών και διαλέκτων, με τις οποίες δεν ήρθαν σε επαφή οι ομιλητ@ς των ευρωπαϊκών πορτογαλικών. Το περίεργο βέβαια είναι ότι οι τελευταί@ καταλαβαίνουν με σχετική ευκολία τη γλώσσα της Βραζιλίας, ενώ οι ομιλητ@ς των πορτογαλικών της Βραζιλίας δυσκολεύονται πολύ να καταλάβουν τα ευρωπαϊκά πορτογαλικά. Οι εξηγήσεις που δίνονται μοιάζουν ανεπαρκείς, ωστόσο αξίζει να αναφέρω την επικρατέστερη, ότι δηλαδή στα ευρωπαϊκά πορτογαλικά υπάρχει το φαινόμενο της «σίγασης φωνηέντων» που δημιουργεί την εντύπωση στ@ς «βραζιλιανόφων@ς» ότι οι «πορτογαλόφων@» μιλάνε πάρα πολύ γρήγορα!

Όσο για εκείν@ς που θα ταξιδέψουν στη Βραζιλία για το μουντιάλ (αν υπάρχουν τέτοι@! :D) παραθέτω τα απολύτως απαραίτητα: «Oi!» (=γεια),»Obrigado» (αν είσαι άντρας) «Obrigada» (αν είσαι γυναίκα) για να πεις «Ευχαριστώ!», «Não entendi» (=δεν καταλαβαίνω!) και φυσικά «Fala inglês?» δηλαδή «Μιλάς αγγλικά;»!



τα μαλλια μου κανω μπουκλες vol.2!

CURLYΠέρασε κιόλας ένας μήνας κι ο αδειούχος πια Θ. επέστρεψε για λίγο στη Λάρισα. Οι γλωσσικού ενδιαφέροντος ερωτήσεις έδιναν κι έπαιρναν, αφού εκτός από εμένα κι εκείνος ήθελε να μάθει διάφορα για κάποιες από τις λέξεις του στρατού: «Επ’ ώμου, αρμ! Τι σκατά είναι αυτό το «αρμ»; Αρμ απ’ το άρμα; Arm όπως οπλίζω; Η’ καμιά συντομογραφία του armor (=οπλισμός);»!

Ο Θ. προβληματίστηκε σχετικά με την επίσημη στρατιωτική ορολογία κι όχι με την κοινωνιόλεκτο. Σε αντίθεση με την τελευταία, η επίσημη στρατιωτική γλώσσα είναι ξένη προς την καθομιλουμένη, ένα κράμα καθαρεύουσας, αρχαίας ελληνικής και δάνειων λέξεων που κάθε φαντάρος πρέπει να μάθει να αναγνωρίζει και να χρησιμοποιεί.

Η παρουσία δανείων (π.χ. αλτ, μαρς, κτλ) εξηγείται αν σκεφτούμε ότι ο ελληνικός στρατός οργανώθηκε πάνω σε ξένα πρότυπα. Επομένως πολλές από τις εντολές -οι πιο σύντομες υποθέτω- πέρασαν αυτούσιες και στην ελληνική.

Η καθαρεύουσα, η βάση της στρατιωτικής γλώσσας, υπήρξε η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας όταν συστάθηκε ο ελληνικός στρατός. Τριαντακάτι χρόνια μετά την καθιέρωση της δημοτικής ο στρατός φυσικά και δεν συμμορφώθηκε, αφού η καθαρεύουσα εκφράζει και γλωσσικά τον συντηρητισμό του. Εξακολουθεί λοιπόν να τη χρησιμοποιεί σε γραπτό και προφορικό λόγο. Όσο για τα αρχαία ή καλύτερα τους αρχαϊσμούς (π.χ. τίς εί;) εμφανίζονται ως κατάλοιπο της αντιεπιστημονικής αντίληψης του γλωσσικού συνεχούς που διέπει ούτως ή άλλως την καθαρεύουσα.

Οι φαντάροι όχι μόνο πρέπει να κατανοούν αλλά συχνά είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν οι ίδιοι αρχαιοπρεπείς τύπους. Στο πεδίο βολής π.χ. όταν πρέπει να  αναγνώρισουν τους στόχους (;) φωνάζουν «έν(α) είδον», «δύο είδον» κτλ, αντί για «είδα». Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση προφορικής χρήσης της καθαρεύουσας βέβαια είναι τα παραγγέλματα των ανωτέρων προς τους φαντάρους: «Τις εκ του πρηνηδόν θέσεις λάβατε, όπλα ασφαλίσατε, γεμιστήρα δέκα φυσιγγίων αναλάβατε, γεμίσατε, οπλίσατε, τους απέναντι στόχους αναγνωρίσατε (εδώ αρχίζουν τα φαντάρια τα «εν είδον», «δύο είδον») απασφαλίσατε, στη θέση ένα βολή κατά βολή τους απέναντι στόχους, άρξατε πυρ! «! (wtf? 😛 ).

Δεν κατάλαβα ποτέ σε τι εξυπηρετεί η χρήση της καθαρεύουσας σήμερα σε οποιοδήποτε πλαίσιο (το λέω αυτό γιατί πρόσφατα διάβασα και ένα νομικό κείμενο τίγκα σε καθαρευουσιάνικους τύπους). Για να μην ξεφύγω όμως από τα φανταρίστικα: Αφού στόχος του στρατού είναι οι φαντάροι να μάθουν να ανταποκρίνονται στις εντολές, γιατί να μην τις ακούν στη γλώσσα τους, αντί να μαθαίνουν να ανταποκρίνονται μηχανικά σε ακατανόητους ήχους, τους οποίους στην τελική μπορεί να μπερδέψουν; Στρατός και παραλογισμός…



τα μαλλια μου κανω μπουκλες!

funny_hair-1Φέτος είναι η χρονιά που ο στρατός δε δίνει πια αναβολές στους γεννημένους το 1985 (τους συνομηλίκους μου δηλαδή). Κάπως έτσι έφυγε και ο Θ. και σ’αυτόν αφιερώνω το σημερινό μου post! Να πω ότι το στρατό τον σιχαίνομαι απ’όλες τις απόψεις, παρ’όλα αυτά ομολογώ ότι γλωσσολογικά παρουσιάζει ενδιαφέρον. Κι αν περιμένω κάτι από τον Θ. δεν είναι φυσικά οι ιστορίες, αλλά καμιά καινούρια λέξη για να κάνω update στο post! 🙂

Όπως σε κάθε κλειστή ομάδα, έτσι και ανάμεσα στους φαντάρους, αναπτύσσεται μια συνθηματική γλώσσα που διαφέρει στο λεξιλόγιο, την προφορά και τη σύνταξη από την καθομιλουμένη. Η στρατιωτική κοινωνιόλεκτος απαρτίζεται από γλωσσικά στοιχεία (λέξεις δηλαδή ή εκφράσεις) που έχουν να κάνουν με «φανταρίστικα πράματα», όπως τους χώρους του στρατοπέδου, τα αντικείμενα, τους ανθρώπους, κτλ. Τα γλωσσικά αυτά στοιχεία είτε τα συναντάμε με άλλη σημασία στην κοινή μας γλώσσα (π.χ. «λουκάνικο» στο στρατό σημαίνει ο χακί μακρόστενος σάκος εκστρατείας), είτε δεν τα συναντάμε καθόλου (π.χ. «λελόχαρτο», δηλαδή το έγγραφο της απόλυσης).

Με άλλα λόγια στη γλώσσα των φαντάρων συναντάμε πολλές λέξεις που δεν θα τις βρούμε σε λεξικά της ελληνικής γλώσσας. Δεν εννοώ απαραίτητα λέξεις ακαταλαβίστικες, φτιαγμένες από το μηδέν με ήχους της ελληνικής (όπως συμβαίνει ας πούμε στα καλιαρντά στα οποία συναντάμε τύπους σαν τα «δικέλω» = βλέπω, «αβέλω»=κάνω, κτλ). Εννοώ λέξεις που προκύπτουν από τη σύνθεση ήδη υπαρχουσών λέξεων της κοινής, π.χ. «στρατό-καυλος» (ο πωρωμένος με το στρατό) ή  είναι παράγωγα λέξεων της κοινής π.χ. από τη λέξη «μπιφτέκι» (;) προκύπτει το «μπιφτέκω-μα» (το να αναλάβει δηλαδή κάποιος μια υπηρεσία που προβλέπονταν για κάποιον άλλο). 

Το λεξιλόγιο της στρατιωτικής κοινωνιολέκτου λοιπόν -ως προς τη μορφή των λέξεων τουλάχιστον- δεν είναι εντελώς ξένο σε εμάς που δεν υπηρετήσαμε ή δεν θα υπηρετήσουμε ποτέ (thank god!)! Αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει γιατί η συγκεκριμένη κοινωνιόλεκτος δεν αναπτύχθηκε τόσο εξαιτίας της ανάγκης των ομιλητών της να επικοινωνούν χωρίς να γίνονται κατανοητοί μέσα σε «εχθρικό» περιβάλλον (όπως έκαναν οι ομοφυλόφιλ@), όσο γιατί μέσω αυτής εκφράζουν την οπτική τους απέναντι στο στρατό.

Έχουμε λοιπόν λέξεις όπως «χωσέ» (η απροσδόκητη ανάθεση μιας υπηρεσίας), «σειρούλα» (στρατιώτης που ανήκει στην ίδια σειρά κατάταξης), «γαμοσείρι» (ο στρατιώτης που βλάπτει τους στρατιώτες της ίδιας σειράς), «λαίουρας» ή «παλαίουρας» (ο οπλίτης παλιάς ΕΣΣΟ -δεν ξέρω τι είναι αυτό!-)! 🙂



γιαγια raver

Έχεις μια βλάχα γιαγιά που μένει γλωσσικά ανεκμετάλευτη;! Βάλτην μπροστά στο laptop και πες της να μιλήσει στη γλώσσα της! Έπειτα ανέβασε αυτό το video ή audio στο Endangered Languages Project της Google και θα έχεις προσθέσει κι εσύ ένα νέο δεδομένο στην έρευνα για τη βλάχικη γλώσσα!

Η Google και δύο συνεργαζόμενα με αυτή πανεπιστήμια κατασκεύασαν ένα όμορφο, εύχρηστο site στο οποίο καθένας μπορεί να εμπλουτίσει με οπτικοακουστικό υλικό και γραπτά κείμενα την έρευνα των επιστημόνων που προσπαθούν να καταγράψουν εκείνες τις γλώσσες και διαλέκτους οι οποίες δεν έχουν πια αρκετ@ς φυσικ@ς ομιλητ@ς. Η ιστοσελίδα προσφέρεται βέβαια και για απλή περιήγηση -το να κάνεις uploads δεν είναι προϋπόθεση για να χαρείς το site!-.

Στον ελλαδικό χώρο συναντάμε τα μογλενίτικα (τη βλάχικη μογλενίτικη γλώσσα), τα βλάχικα (την αρωμουνική γλώσσα),  τα τσακώνικα και τα αρβανίτικα. Τα τρία πρώτα χαρακτηρίζονται «endangered (=σε κίνδυνο)» ενώ μόνο τα αρβανίτικα τοποθετούνται στην κατηγορία «vitality unknown», βρίσκονται δηλαδή ένα βήμα πριν το γλωσσικό θάνατο. Το υλικό που έχει μαζευτεί μέχρι τώρα γι’αυτές τις γλώσσες και διαλέκτους είναι πολύ φτωχό, γι’αυτό μη χάνεις χρόνο: Βάλε τη γιαγιά μπροστά στο laptop λέμε..!

Γκουγκλάροντας για το Endangered Language Project, διαπίστωσα ότι ο ενθουσιασμός του κοινού είναι τόσο μεγάλος που φτάνει καμιά φορά σε υπερβολές. Ναι, πρόκειται για μια «ζωντανή» βάση δεδομένων που δεν σταματά να ανανεώνεται! Ναι, θα μαζευτούν νέες πληροφορίες για γλώσσες και διαλέκτους των οποίων την ύπαρξη ήδη γνωρίζουμε. Ναι, θα καταγραφούν γλώσσες και διάλεκτοι που μπορεί να μην υπήρχαν καν στη βιβλιογραφία χωρίς το project!  Ωστόσο είναι υπερβολή να χαρακτηρίζουμε τη Google «Σωτήρα των γλωσσών». Δεν θα σωθούν τα αρβανίτικα επειδή θα βάλεις εσύ τη γιαγιά μπροστά στο laptop. Αυτό που θα καταφέρεις είναι να μείνει η φωνή της γιαγιάς ως σημείο αναφοράς ακόμα και όταν η διάλεκτος δεν θα έχει πια φυσικούς ομιλητές. Δεν είναι και λίγο! 🙂

κλικ!



δωσε μου λιγακι ουρανικο…
  Δικό σας!!! (με «λι» και «νι» ουρανικό): Τι θα κάνω, πώς θα πορευτώ;/Σε λίγο τελειώνει όλο αυτό/Ηταν δύσκολη αυτή η αποστολή/Μα αρέσει σε όλους να παίζουν εθνική!

Μια δυο μέρες μετά την πρόκριση της εθνικής στο euro, «διέρρευσε» στο internet ένα τραγούδι που συνέθεσαν στο πρόσφατο παρελθόν οι Λυμπερόπουλος, Κατσουράνης και Σαμαράς και το οποίο ερμήνευσε ο πρώτος. Το τραγούδι είναι κατά τη γνώμη μου μία σκέτη αηδία*, παρ’ όλα αυτά ασχολούμαι μαζί του γιατί αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης αυτού του post… και τελευταία δεν είχα και πολλή έμπνευση!

Ο Λυμπερόπουλος (ή MC Lybe), όπως είπαμε, τραγουδάει το κομμάτι. Ο παίχτης της ΑΕΚ, που κατάγεται από τα Φιλιατρά Μεσσηνίας, είναι γνωστός για πολλά, ανάμεσα στα οποία και την «αποκλίνουσα» από τη νόρμα προφορά του «λι» και «νι». Αυτή του η «ιδιαιτερότητα», όπως είναι αναμενόμενο, αποκαλύπτεται και στο εν λόγω τραγούδι (ομολογώ όχι στο βαθμό που περίμενα!).

Στο σημείο αυτό να διευκρινίσω ότι σαφώς και δεν χαρακτήρισα το τραγούδι αηδία εξαιτίας της προφοράς του «MC». Αντιθέτως αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που βρήκα πραγματικά ενδιαφέρον! Εξού και το post!

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η επίσημη προφορά του «λι» και του «νι» στα ελληνικά είναι φατνιακή. Αυτό σημαίνει ότι όταν τα προφέρουμε ακουμπάμε με την άκρη της γλώσσας μας στα φατνία (δηλαδή τα ούλα -από τη μέσα μεριά-).

Σε κάποια μέρη της Ελλάδας όμως οι ομιλητές συνηθίζουν να προφέρουν τις δύο αυτές συλλαβές ουρανικά, με τη γλώσσα να κάνει καμπύλη προς τα κάτω και τη μέση της να ακουμπάει το τέλος των φατνίων και σχεδόν την αρχή του ουρανίσκου. Πρόκειται για χαρακτηριστικό πολλών νότιων διαλέκτων, που μιλιούνται μάλιστα και σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως στην Πάτρα και το Ηράκλειο…και τα Φιλιατρά Μεσσηνίας! 🙂

Η ουρανική προφορά του «λι» και «νι» είναι ένα ιδιωματικό στοιχείο που έχει «στιγματιστεί» -ακριβώς όπως η θεσσαλική προφορά– ως επαρχιώτικη, γραφική και αστεία (θυμηθείτε την Αμαλία στο Παρά Πέντε). Σε μία συζήτηση που είχα για το τραγούδι της εθνικής, μάλιστα, κάποιος μου είπε ότι το «λι» και το «νι» το κάνει διπλά γελοίο. Διαφωνώ! Οι στίχοι το κάνουν διπλά-τριπλά-οχταπλά γελοίο. Η προφορά είναι ένα δείγμα της γλωσσικής ποικιλότητας, που την υπερασπίζομαι -ως λαρισαία και mrs linguistics- μέχρι τελικής πτώσης!

*Να σημειώσω βέβαια ότι δεν συμμερίζονται όλοι την άποψή μου. Τα αθλητικά sites το βρήκαν από χαριτωμένο μέχρι ξεκαρδιστικό. Περί ορέξεως..!

το τραγούδι…κλικ!