i love linguistics!


Δεν ήξερες; Δεν γκούγλαρες;

nrsysrtnyΧτες έπεσα πάνω στη γλωσσικού ενδιαφέροντος εκπομπή της ΝΕΡΙΤ «Οι λέξεις φταίνε». Η φράση του τίτλου αποκομμένη από το αρχικό της πλαίσιο (το ποίημα της Δημουλά «Επεισόδιο») και ενταγμένη στο πλαίσιο μιας εκπομπής που παρουσιάζει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης (και η Βίκυ Φλέσσα) αποκτά μια άλλη σημασία. Υπονοεί -ορθώς- την τιμωρητική διάθεση του καθηγητή απέναντι στις λέξεις… Γιατί στην εκπομπή αυτή όντως φταίνε οι λέξεις, γι’αυτό ο Μπαμπινιώτης είναι εδώ να τις «μαλώσει» και να τις «σωφρονίσει»! 🙂

Χτες έφταιγε η λέξη «γκουγκλάρω». Προτού φτάσει βέβαια σ’ αυτή, είχε ενημερώσει τους τηλεθεατές ότι εκείνος είναι «ο πατήρ της λέξεως διαδίκτυο». Πράγματι το 1997 ο Μπαμπινιώτης πρότεινε την αντικατάσταση της λέξης «ίντερνετ» από τη λέξη «διαδίκτυο» σαν μεταφραστικό δάνειο (inter+net = δια+δίκτυο). Η πρότασή του υποθέτω ότι υιοθετήθηκε πρώτα από τα ΜΜΕ, την εκπαίδευση κτλ κι έτσι ο κόσμος τη γνώρισε, του φάνηκε βολική κι άρχισε να τη χρησιμοποιεί. Και λέω υποθέτω γιατί το ’97 ήμουν μικρή και δεν θυμάμαι να έγινε κάποιου είδους «σταυροφορία» υπέρ της χρήσης του όρου «διαδίκτυο» από ομιλητ@ς. Αν η λέξη πέρασε με κάποιον άλλο τρόπο βέβαια στο λεξιλόγιό μας ελπίζω να μας το πει κάποι@ς μεγαλύτερ@ς.

Το γεγονός πάντως ότι η συγκεκριμένη πρόταση του Μπαμπινιώτη εφαρμόστηκε με επιτυχία (ως ένα βαθμό, γιατί μην ξεχνάτε ότι υπάρχει ακόμα η λέξη «ίντερνετ» και είναι εξίσου εύχρηστη) δε σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι για κάθε δάνεια λέξη που πάει να μπει στη γλώσσα πρέπει να βάζουμε για τροχονόμο μια αυθεντία, που θα αποφασίσει αν η λέξη θα περάσει ή δεν θα περάσει έτσι. Ο Μπαμπινιώτης ωστόσο στο κείμενο του ’97, που εισηγήθηκε τη χρήση του όρου «διαδίκτυο», πρότεινε να συσταθεί «μια ευρύτερη διεπιστημονική επιτροπή (…) που θα αναλάβει να εισηγείται εγκαίρως, όταν πρωτοεμφανίζονται, την απόδοση στην Ελληνική ξένων, νεοεισερχομένων όρων ή λέξεων ευρύτερης χρήσεως.». Η γλωσσική τροχαία του Μπαμπινιώτη θα προλάμβανε («γλωσσική πρόληψη» το λέει) και θα εκτελούσε, προτού καλά καλά προλάβουν οι ομιλητ@ς να δουν αν τους βολεύει η δάνεια περισσότερο από την «ελληνική» εναλλακτική της.

Και για να επανέλθω στο «γκουγκλάρω»: Του Μπαμπινιώτη δεν του αρέσει. Αν η τροχαία του είχε συσταθεί, τη λέξη αυτή ίσως να μη τη γνώριζες ποτέ. Τώρα που η τροχαία δεν υπάρχει, ο Μπαμπινιώτης προβληματίζεται σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αλλάξει τη λέξη και να την κάνει πιο ελληνική… Πιο ελληνική απ’το να πάρεις διαισθητικά το όνομα του ξένου κολοσσού και να προσθέσεις μια κατάληξη του κλιτικού συστήματος της ελληνικής…Κι ο Μπαμπινιώτης ακόμα ψάχνει! 🙂

Φυσικά δεν έπεσε στην παγίδα της Φλέσσα που πρότεινε τη φωνητική ελληνοπρεπή απόδοση «γούγλης», «γουγλάρω» κτλ. Να πω την αλήθεια την παραλλαγή αυτή του «γκουγκλάρω» την συναντώ που και που, ωστόσο νομίζω ότι επιλέγεται περισσότερο για πλάκα, πάρα ως «δήλωση» εναντίον της ξενόφερτης λέξης google. Την πρόταση της Φλέσσα ο Μπαμπινιώτης έσπευσε να την μαζέψει. Η ίδια το κατάλαβε και άρχισε να επαινεί και πάλι τον Μπαμπινιώτη για την πατρότητα του όρου «διαδίκτυο». «Αυτά χρειαζόμαστε στην ελληνική» είπε ο Μπαμπινιώτης που ξέρει τι χρειαζόμαστε στην ελληνική (για εμάς χωρίς εμάς). «Προσπάθεια και πειθαρχία» απάντησε η Φλέσσα.

Ανατρίχιασα.



baby you can drive my car!

e534384d0d6d5a9823af6103999db6a3

Η φίλη serenitsa (η γνωστή «G.») επιστρέφοντας για λίγο στην Ελλάδα μου εξέφρασε έναν νέο γλωσσ(ολογ)ικό προβληματισμό που της δημιούργησε η συναναστροφή της με αλλόγλωσσ@ς. Όταν οι φίλ@ της στη Σουηδία τη ρωτούν πώς είναι μια λέξη στα ελληνικά, καταφεύγει συχνότερα σε μεταφραστικές επιλογές που λήγουν σε -άκι, πράγμα που οι ξέν@ βρίσκουν πολύ αστείο (τι χιούμορ! :P). Για παράδειγμα τ@ς μίλησε για το σουβλάκι, το μουστάκι, το FIAT το πεντακοσαράκι κτλ. Αναρωτιέται λοιπόν η serenitsa: πόσο τυχαίο μπορεί να είναι αυτό;;

Η κατάληξη -άκι εμφανίζεται όντως πολύ συχνά στα ελληνικά, κυρίως γιατί είναι το πιο συνηθισμένο παραγωγικό επίθημα με το οποίο σχηματίζουμε τα υποκοριστικά, π.χ. φιλί → φιλάκι, πιάτο → πιατάκι. Δυσκολεύομαι βέβαια να πιστέψω ότι τη serenitsa τη ρώτησαν «how do you say <<fork>> in greek?» και τους απάντησε ναζιάρικα «πιρουνάκι» αντί για «πιρούνι»!

Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες η serenitsa θα κατέφευγε στο υποκοριστικό αντί για την πρωτότυπη λέξη θα ήταν αν ήθελε να δείξει οικειότητα/τρυφερότητα, π.χ. στην υποτιθέμενη ερώτηση «how do you say <<baby i love you>> in greek?» πιθανώς να προτιμούσε το «μωράκι σ’αγαπώ» αντί για «μωρό σ’αγαπώ». Ή ακόμα αν ήθελε να μειώσει κάποιο πρόσωπο π.χ. «he’s a suck up!» → «in greek: είναι γλειφτράκι» αντί για «γλείφτης».

Παρόλο λοιπόν που ο υποκορισμός γεμίζει την ελληνική γλώσσα με λέξεις σε -άκι, η serenitsa αποκλείεται να κατέφευγε τόσο συχνά σ’αυτόν ώστε να δικαιολογήσουμε την παρατήρηση των φίλων της. Επομένως δύο πράγματα μπορεί να συνέβησαν:

Ίσως έτυχε να χρησιμοποιήσει λέξεις σε -άκι που έχασαν την υποκοριστική τους σημασία κι έγιναν χωριστά (ας το πούμε) λήμματα. π.χ. το παγάκι, το σακάκι, το χωνάκι, το καλαμάκι κτλ. Θα το κάνω πιο σαφές με ένα αναλυτικό παράδειγμα: όταν κάποιος τρώει μια σοκολάτα και θέλουμε ένα κομμάτι, δεν θα του πούμε «δώσε μου ένα σοκολατάκι». Ή ακόμα κι αν τρώει μια μικρή σοκολάτα δεν μπορούμε να του πούμε «Που το βρήκες αυτό το σοκολατάκι;». Το μικρό κομμάτι σοκολάτας είναι «κομματάκι» και η μικρή σοκολάτα «σοκολατίτσα»! Το «σοκολατάκι» είναι μεν μορφολογικά το «υποκοριστικό» της «σοκολάτας», όμως σημασιολογικά σημαίνει κάτι άλλο: είναι ένα είδος μικρού γλυκίσματος με βάση τη σοκολάτα. Αχ να ‘χαμε ένα! 🙂

Ίσως βέβαια η serenitsa, αν και υποκοριστικό η ίδια (!), να μην μπλέχτηκε καν με τον υποκορισμό σε κάποιες από τις λέξεις τις οποίες μετέφρασε. Κι αυτό γιατί πολλές από τις λέξεις σε -άκι που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά είναι δάνειες, κυρίως από τα τούρκικα: τσακμάκι (çakmak), σπανάκι (ıspanak), κτλ.

Με τούτα και μ’εκείνα: CASE SOLVED (για να μη ξεχνάμε και το ντετεκτιβ-λίκι της γλώσσας! :D)



V for Vintra
Σεπτεμβρίου 12, 2010, 18:24
Filed under: γλωσσικος δανεισμος | Ετικέτες:

ο κύβος ερρίφθη!

Σήμερα το μεσημέρι έψαξα να δω στις αθλητικές ιστοσελίδες το ανύπαρκτο πέναλτι του Παναθηναϊκού επί του Άρη. Τρία πράγματα μου έκαναν εντύπωση: πρώτον το ίδιο το πέναλτι (!), δεύτερον το λάθος της επίσημης ιστοσελίδας της Μπαρτσελόνα η οποία σημείωνε «L’equip de Giorgos Daloukas ha guanyat per 0-1 al camp de l’Aris de Salònica» (!!) και τρίτον ο τίτλος «Casus belli Δαλούκας-Γκαγκάτσης» στη sport24. Κι αυτό γιατί μόλις είδα τον τίτλο αναρωτήθηκα: Πόσο εύκολο είναι να καταλάβει ένας μέσος αναγνώστης τι πάει να πει casus belli;

Casus belli είναι στα λατινικά η «αιτία πολέμου». Όπως μάλλον θα έχετε παρατηρήσει συχνά διαβάζουμε κι ακούμε τέτοιου είδους εκφράσεις, οι οποίες ονομάζονται λατινισμοί. Ακόμα πιο συχνά χρησιμοποιούνται χάριν εντυπωσιασμού σε περιστάσεις επικοινωνίας που δεν κολλάει να χρησιμοποιηθούν. Το σίγουρο είναι ότι όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε σταθεί με αμηχανία μπροστά σε κάποιον λατινισμό και δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει.

Στο blog αυτό έχετε ήδη δει τα scripta manent (verba volant) και το mea culpa (τι νομίζατε;.. ότι εγώ δεν έχω ανάγκη να σας εντυπωσιάσω;!) 🙂 Άλλες λατινικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι οι: de facto που θα πει «στην πραγματικότητα», «εκ των πραγμάτων», status quo «η παγιωμένη κατάσταση», «το καθεστώς», ad hoc «γι’ αυτό το σκοπό», de profundis «εκ βαθέων, o tempora  o mores! «ω καιροί! ω ήθη!», persona non grata ανεπιθύμητο πρόσωσωπο, sic -μέσα σε παρένθεση- που θα πει «κάπως έτσι» και χρησιμοποιείται στα γραπτά κείμενα όταν κάποιος θέλει να ειρωνευτεί κάτι που έγραψε κάποιος άλλος, sine qua non σημαίνει «απαραίτητη προϋπόθεση».

Πώς είναι δυνατόν να πέρασαν αυτούσιες όμως αυτές οι εκφράσεις στα ελληνικά; Σε διάφορες χρονικές στιγμές από το τέλος της αρχαιότητας εισήχθησαν στο ελληνικό λεξιλόγιο λατινικές και νεολατινικές λέξεις. Στα χρόνια του μεσαίωνα όμως η Ελληνική δέχτηκε τη μεγαλύτερη επίδραση από ποτέ. Τελικά οι λατινισμοί πέρασαν και στη νεοελληνική γλώσσα, αποτελώντας μάλιστα αναπόσπαστο κομμάτι του λεξιλογίου της. Όσο εντυπωσιακοί κι αν δείχνουν πάντως, στην πραγματικότητα προέρχονται κυρίως από τη λατινική των σχολείων!

UPDATE

TO I LOVE LINGUISTICS ΕΓΙΝΕ ΕΝΟΣ ΕΤΟΥΣ! ΓΙΟΥΠΙΙΙΙΙ!!!


ο γυρος του κοσμου σε 80 ημερες

up

Στο προηγούμενο post ξεκαθαρίσαμε ότι ο δανεισμός μεταξύ γλωσσών είναι κάτι φυσικό και αναγκαίο που δεν πρέπει να τρομάζει τους ομιλητές και τις ομιλήτριες. Οι λέξεις άλλωστε είναι ταξιδιώτισσες του κόσμου! Κάποιες από αυτές εγκαθίστανται στη γλώσσα και δημιουργούν μαζί με άλλες μια “μειονότητα” που δεν θέλει να χάσει τα χαρακτηριστικά της. Η γαλλική ας πούμε μειονότητα της ελληνικής μετράει αρκετές λέξεις που διατηρούν την γαλλική προφορά, π.χ. σουτιέν, σασμάν, ορντέβ κτλ. Υπάρχουν όμως και άλλες λέξεις-ταξιδιώτισσες που επιλέγουν να προσαρμοστούν στις επιταγές της γλώσσας στην οποία εισέρχονται. Έτσι για παράδειγμα το γαλλικό “terrorism” από το terror και την κατάληξη -isme, δεν εισήχθηκε στα ελληνικά ως “τερορίσμ” ή έστω “τερρορισμός”, αλλά μεταφράστηκε “τρομοκρατία”. Δύο παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε: αφενός το -isme δεν αντιστοιχεί μεταφραστικά στο -κρατία (άρα η μετάφραση δεν είναι απαραίτητο να είναι πιστή) και αφετέρου αν βαθμολογούσαμε με άριστα το 10 τη λέξη “τρομοκρατία” για το πόσο ελληνική φαίνεται, θα της βάζαμε 10 με τόνο!

Είναι λοιπόν δύσκολο να πάρουμε μυρωδιά ότι κάποιες λέξεις είναι μεταφραστικά δάνεια και όχι ελληνικές.Ακόμα πιο περίεργα γίνονται τα πράγματα όταν μία γλώσσα Α δανείζει λέξεις σε μία γλώσσα Β και η γλώσσα Β γεννά μία νέα λέξη από τη σύνθεση των δάνειων λέξεων της γλώσσας Α. Μπέρδεμα; Για να γίνει κατανοητό, σκεφτείτε τη λέξη “ομοφυλοφιλία”, που αν και θα βάζαμε το χέρι μας στη φωτιά για την ελληνικότητά της, δεν είναι παρά μεταφραστικό δάνειο της γερμανικής λέξης “homophilie”, που ναι μεν προέκυψε από τη σύνθεση homo+ -philie, συνθετικά μέρη που σαφώς σχετίζονται με το ελληνικό ομόφυλ(ος) -ο- + -φιλία, ωστόσο η λέξη γεννήθηκε στα γερμανικά και όχι στα ελληνικά. Εμείς τη δανειστήκαμε και απλώς δεν δυσκολευτήκαμε καθόλου να τη μεταφράσουμε!

Τώρα σκεφτείτε κάτι ακόμα πιο τραβηγμένο: Το ταξίδι μιας λέξης να κατέληγε πάλι στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε, μόνο που αυτή τη φορά η λέξη να είναι τελείως διαφορετική εξαιτίας της αλληλουχίας δανεισμών. Το φαινόμενο αυτό όσο ασυνήθιστο κι αν φαίνεται, υπάρχει κι ονομάζεται αντιδανεισμός. Στα ελληνικά, για παράδειγμα, υπήρχε η λέξη “αποθήκη”, την οποία δανείστηκαν οι λατίνοι και την έκαναν apotheca, που όμως τράπηκε από τους ιταλούς σε bottega, η οποία bottega με τη σειρά της έγινε botica στην περιοχή της Προβηγκίας, η οποία botica στα γαλλικά έγινε boutique και ξαναγύρισε στην Ελλάδα ως μπουτίκ!