i love linguistics!


Βρες τη λέξη!

rolling pinΠρόσφατα σχολιάζοντας κάτι γνωστ@ς, μία φίλη με πληροφόρησε ότι κάποιος είναι «αλκομανής». Τη λέξη αυτή ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή, τη θέση της οποίας πήραν τα τρανταχτά γέλια όλων μας… Μα «αλκομανής»;! Προφανώς η κοπέλα ήθελε να πει «αλκοολικός» ωστόσο για κάποιο λόγο δεν της ήρθε η λέξη στο μυαλό κι έτσι συνδύασε το β’ συνθετικό -μανής (το οποίο χαρακτηρίζει το πρόσωπο που διακατέχεται από την υπερβολική τάση ικανοποίησης μιας επιθυμίας) με το πρώτο συνθετικό «αλκόολ» -και μάλιστα με τον τύπο «αλκόλ», κατόπιν αποβολής του ενός [ο] που δημιουργούσε χασμωδία-. Όπως μας αποκάλυψε η φίλη όταν κόπασαν τα γέλια, προς στιγμήν σκέφτηκε να πει «αλκοομανής», αλλά δεν της ακούγονταν καλά! Ως προς τη σημασία πάντως το α’ συνθετικό δηλώνει ακριβώς το «αντικείμενο» της υπερβολικής επιθυμίας για την κάλυψη της οποίας το πρόσωπο έχει μανία.

Ο γλωσσικός τύπος που χρησιμοποιεί τυχαία ένας ομιλητής σε μία μόνο συγκεκριμένη στιγμή είναι γνωστός ως λέξη λεξιπλασίας (nonce word). Αν δεν πρόκειται απλώς για λέξη, αλλά για μια ολόκληρη φράση, αυτή ονομάζεται σχηματισμός λεξιπλασίας (ένας φίλος έχει πει κάποτε «τρόπος που λέει» αντί για «τρόπος του λέγειν»).

Φυσικά λεξιπλασία θεωρείται και η εσκεμμένη εφεύρεση ενός γλωσσικού τύπου. Σ’ αυτή συνήθως προβαίνουν οι δημοσιογράφοι όταν θέλουν να κάνουν ένα λογοπαίγνιο στους τίτλους τους. Στους δικούς μου εξυπνακίστικους τίτλους, ας πούμε, θα βρείτε πολλά τέτοια παραδείγματα! 😛 Αγαπημένη μου βέβαια εσκεμμένη λεξιπλασία είναι ένας γλωσσικός τύπος που δημιούργησε πριν κάποια χρόνια μια παλιά μου μαθήτρια. Εκείνη σε ένα επαναληπτικό μάθημά μας αναφωνούσε «Χάος, χάος, χάος» μπροστά στον όγκο της ύλης των Αρχαίων. Κάποια στιγμή που της έδειξα κάτι πολύ περίπλοκο λέει «Όπα! Χαώθηκα!». Όταν τη ρώτησα αν πρόκειται για slang λέξη, μου είπε όχι και ότι μόλις την δημιούργησε επίτηδες! Ήμουν παρούσα λοιπόν στον τοκετό μιας τέλειας λέξης που εγώ χρησιμοποιώ ακόμα και σήμερα! Να μας ζήσει! 🙂

Πολλές φορές πάντως η λεξιπλασία γίνεται νεολογισμός. Αυτό συμβαίνει όταν αυτές οι λέξεις ή φράσεις υιοθετούνται από τις γλωσσικές κοινότητες. Σ’ ένα από τα τελευταία κείμενα που δουλέψαμε με τα παιδιά στο φροντιστήριο υπήρχε η λέξη «οχυρώνομαι» και τους ζήτησα να μου βρουν μια συνώνυμή της που να ταιριάζει στο συγκεκριμένο γλωσσικό πλαίσιο. Ένας μαθητής λοιπόν είπε «καμπερώνομαι» και όλα τα παιδιά συμφώνησαν. «Τι είναι αυτό;!» ρώτησα απορημένη (και εμφανώς πιο γριά απ’ όλ@ς! 😛 ). Mου είπαν ότι είναι ένα ρήμα που χρησιμοποιούν στο διαδικτυακό παιχνίδι Counter Strike για να δηλώσουν ότι κάποι@ς ταμπουρώνεται πίσω από ένα εμπόδιο και αφήνει την υπόλοιπη ομάδα να βγάζει το φίδι απ’την τρύπα! Στο παιχνίδι αυτ@ς που το κάνει (ή η ενέργεια που κάνει -θα σας γελάσω!-) λέγεται camper. Εξού και το «καμπερώνομαι»!

Advertisements


this is a hen’s world!

Πριν λίγους μήνες διάβασα ένα άρθρο σύμφωνα με το οποίο η Εθνική Εγκυκλοπαίδεια της Σουηδίας -η πληρέστερη γλωσσική εγκυκλοπαίδεια της χώρας- συμπεριέλαβε έναν καινούριο τύπο της προσωπικής αντωνυμίας, που αν και ήδη χρησιμοποιούνταν από τ@ς ομιλητ@ς, δεν είχε καταγραφεί επίσημα στα λεξικά της χώρας. Πρόκειται για τον τύπο «hen», ο οποίος είναι κοινός ως προς το γραμματικό γένος [τα σουηδικά έχουν δύο γένη: το κοινό (αρσενικό και θηλυκό) και το ουδέτερο] και ασημάδευτος ως προς το φύλο.  Αντικαθιστά τους τύπους han (=αυτός) και hon (=αυτή) σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα. Απλώς δεν μαρτυρά το φύλο του ατόμου το οποίο η λέξη hen προσδιορίζει.

Δεδομένου ότι δεν έχω την ικανότητα να διαβάσω σουηδική βιβλιογραφία και τα αγγλόφωνα κείμενα που βρήκα δεν ήταν επιστημονικά, αλλά προϊόντα του τύπου, απευθύνθηκα στην εμπειρική παρατήρηση της φίλης serenitsas που ζει στη Σουηδία.  «Κοίταξα λίγο την ιστορία του», λέει η serenitsa, «και βλέπω ότι προτάθηκε για πρώτη φορά το 1966 (!!!). Πάντως δεν χρησιμοποιείται και τόσο, όσο παρουσιάζει το άρθρο που έστειλες, ωστόσο όντως καθιερώθηκε από ομιλητές σιγά-σιγά, δεν επιβλήθηκε δηλαδή από κάποιον».

Η προσθήκη του hen στην «επίσημη» σουηδική γλώσσα (τοποθετώ τα εισαγωγικά γιατί δεν υπάρχει επίσημη σουηδική, με την έννοια ότι το σουηδικό κράτος δεν την αναγνωρίζει ως νόρμα) έχει σημασία και είναι σαφώς πρωτοποριακή, καθώς με τον τρόπο αυτό αίρονται οι όποιες δυσκολίες αντιμετώπιζαν όσοι άνθρωποι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως άντρες ή γυναίκες. Και κάτι αξιοπρόσεκτο: οι ομιλητ@ς δεν κατέφυγαν στη χρήση του ουδετέρου της αντωνυμίας (den ή det) για να προσδιορίσουν τους ανθρώπους αυτούς. Έφτιαξαν μια νέα λέξη, ακουστικά και οπτικά κοντά στους τύπους «αυτός», «αυτή», κάτι που αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η σουηδική κοινωνία αντιμετωπίζει τα queer άτομα.

Και εδώ χρήσιμη είναι η εμπειρική παρατήρηση της serenitsas: «Ένα περιστατικό που άκουσα προχτές από μία κοπέλα που δουλεύει σε δημοτικό, αν θυμάμαι καλά, κι έχουν ένα κοριτσάκι που είναι αυτό που λέμε «αγοροκόριτσο». Κάνει παρέα με αγόρια, παίζει μπάλα, πηγαίνει στα αποδυτήρια των αγοριών και στις τουαλέτες των αγοριών. Οι γονείς της ζήτησαν να αναφέρεται ως hen! Και όλα τα υπόλοιπα παιδιά το αποδέχονται, δεν δέχεται δηλαδή κράξιμο, κτλ. Αυτό ίσως να σημαίνει ότι στις επόμενες γενιές θα είναι ήδη καθιερωμένο και πολυχρησιμοποιημένο. Οι Σουηδ@ το βλέπουν περισσότερο ότι όλοι έχουν δικαίωμα να διαλέξουν να μην έχουν φύλο ουσιαστικά.»

Το hen αναγκαστικά ανοίγει το δρόμο στην προσθήκη κι άλλων ασημάδευτων ως προς το βιολογικό φύλο λέξεων -στις υπόλοιπες για παράδειγμα αντωνυμίες-. «Οι ομιλητ@ς της σουηδικής», προσθέτει η serenitsa, «όταν θέλουν να μιλήσουν αόριστα και να πουν πχ «όταν κάποιος κάνει αυτό» χρησιμοποιούν για το «κάποιος» τη λέξη «man» που σημαίνει προφανώς «άντρας». Αυτ@ που χρησιμοποιούν το hen προσπαθούν να αλλάξουν το man σε «en» που σημαίνει ένας/μία (είναι το κοινό γραμματικό γένος που λέγαμε νωρίτερα!)».

Είναι σαφές νομίζω ότι δεν πρόκειται απλώς για λεξιλογικές προσθήκες. Το hen και οι επόμενες λέξεις που έρχονται επηρεάζουν βαθιά το σύστημα της σουηδικής γλώσσας, με αποτέλεσμα από τη μια να είναι λογική η ανησυχία της φίλης serenitsas «Προσπάθησα να χρησιμοποιήσω λίγο το en αντί του man, αλλά φοβάμαι πως θα με κατηγορήσουν ότι δεν ξέρω να μιλάω -που ισχύει εν μέρει!-» :P, από την άλλη όμως θα τη συμβούλευα να επιμείνει, γιατί παίρνει μέρος σε μια γλωσσική αλλαγή που όμοιά της -νομίζω- δεν έχει υπάρξει!



baby you can drive my car!

e534384d0d6d5a9823af6103999db6a3

Η φίλη serenitsa (η γνωστή «G.») επιστρέφοντας για λίγο στην Ελλάδα μου εξέφρασε έναν νέο γλωσσ(ολογ)ικό προβληματισμό που της δημιούργησε η συναναστροφή της με αλλόγλωσσ@ς. Όταν οι φίλ@ της στη Σουηδία τη ρωτούν πώς είναι μια λέξη στα ελληνικά, καταφεύγει συχνότερα σε μεταφραστικές επιλογές που λήγουν σε -άκι, πράγμα που οι ξέν@ βρίσκουν πολύ αστείο (τι χιούμορ! :P). Για παράδειγμα τ@ς μίλησε για το σουβλάκι, το μουστάκι, το FIAT το πεντακοσαράκι κτλ. Αναρωτιέται λοιπόν η serenitsa: πόσο τυχαίο μπορεί να είναι αυτό;;

Η κατάληξη -άκι εμφανίζεται όντως πολύ συχνά στα ελληνικά, κυρίως γιατί είναι το πιο συνηθισμένο παραγωγικό επίθημα με το οποίο σχηματίζουμε τα υποκοριστικά, π.χ. φιλί → φιλάκι, πιάτο → πιατάκι. Δυσκολεύομαι βέβαια να πιστέψω ότι τη serenitsa τη ρώτησαν «how do you say <<fork>> in greek?» και τους απάντησε ναζιάρικα «πιρουνάκι» αντί για «πιρούνι»!

Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες η serenitsa θα κατέφευγε στο υποκοριστικό αντί για την πρωτότυπη λέξη θα ήταν αν ήθελε να δείξει οικειότητα/τρυφερότητα, π.χ. στην υποτιθέμενη ερώτηση «how do you say <<baby i love you>> in greek?» πιθανώς να προτιμούσε το «μωράκι σ’αγαπώ» αντί για «μωρό σ’αγαπώ». Ή ακόμα αν ήθελε να μειώσει κάποιο πρόσωπο π.χ. «he’s a suck up!» → «in greek: είναι γλειφτράκι» αντί για «γλείφτης».

Παρόλο λοιπόν που ο υποκορισμός γεμίζει την ελληνική γλώσσα με λέξεις σε -άκι, η serenitsa αποκλείεται να κατέφευγε τόσο συχνά σ’αυτόν ώστε να δικαιολογήσουμε την παρατήρηση των φίλων της. Επομένως δύο πράγματα μπορεί να συνέβησαν:

Ίσως έτυχε να χρησιμοποιήσει λέξεις σε -άκι που έχασαν την υποκοριστική τους σημασία κι έγιναν χωριστά (ας το πούμε) λήμματα. π.χ. το παγάκι, το σακάκι, το χωνάκι, το καλαμάκι κτλ. Θα το κάνω πιο σαφές με ένα αναλυτικό παράδειγμα: όταν κάποιος τρώει μια σοκολάτα και θέλουμε ένα κομμάτι, δεν θα του πούμε «δώσε μου ένα σοκολατάκι». Ή ακόμα κι αν τρώει μια μικρή σοκολάτα δεν μπορούμε να του πούμε «Που το βρήκες αυτό το σοκολατάκι;». Το μικρό κομμάτι σοκολάτας είναι «κομματάκι» και η μικρή σοκολάτα «σοκολατίτσα»! Το «σοκολατάκι» είναι μεν μορφολογικά το «υποκοριστικό» της «σοκολάτας», όμως σημασιολογικά σημαίνει κάτι άλλο: είναι ένα είδος μικρού γλυκίσματος με βάση τη σοκολάτα. Αχ να ‘χαμε ένα! 🙂

Ίσως βέβαια η serenitsa, αν και υποκοριστικό η ίδια (!), να μην μπλέχτηκε καν με τον υποκορισμό σε κάποιες από τις λέξεις τις οποίες μετέφρασε. Κι αυτό γιατί πολλές από τις λέξεις σε -άκι που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά είναι δάνειες, κυρίως από τα τούρκικα: τσακμάκι (çakmak), σπανάκι (ıspanak), κτλ.

Με τούτα και μ’εκείνα: CASE SOLVED (για να μη ξεχνάμε και το ντετεκτιβ-λίκι της γλώσσας! :D)



βαλε μπιπ στο «χριστο μου»!

Παρακολουθώντας με μεγάλο ενδιαφέρον τις εξελίξεις για την «εγκληματική οργάνωση» του Μπέου, του Μάκαρου και των υπολοίπων, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο με τα πιο χιουμοριστικά σχόλια του twitter για το θέμα. Προτού συνδέσω όλο αυτό με τη γλωσσολογία, να σας πω ότι τα σχόλια τελικά δεν ήταν και τόσο αστεία κι ότι περισσότερο γέλασα με κάποιους από τους διαλόγους του Big Mac.

Κάποιος λοιπόν -επηρεασμένος από τα ανέκδοτα που είναι και πάλι της μοδός- έγραψε στο twitter του: «Ο Chuck Norris έπαιξε διπλό σε match που έστησε άσσο ο Μπέος και κέρδισε!». Ίσως χρειάστηκε να διαβάσετε περισσότερες από μία φορές την παραπάνω πρόταση για να «πιάσετε» αρχικά το νόημα και μετά το χιουμοράκι. Κατά κοινή ομολογία δεν είναι και η πιο «στρωμένη» πρόταση που υπάρχει.

Κι επειδή μου είναι δύσκολο να καθορίσω αν αυτή η πρόταση είναι γραμματική ή αντιγραμματική (αν συμφωνεί δηλαδή με τους κανόνες που ανήκουν στη γραμματική της ελληνικής γλώσσας), θα σταθώ σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της που την καθιστά δυσκολονόητη · την αμφισημία.

«Ο Chuck Norris έπαιξε διπλό σε match που έστησε άσσο ο Μπέος και κέρδισε!». Ποιος κέρδισε; Ο Cuck Norris θα μου πεις! Για δες καλύτερα…Δεν μπορεί να κέρδισε και ο Μπέος;! 😀

Αυτό είναι η αμφισημία (και μάλιστα η της φραστικής δομής). Ένας σημασιολόγος θα έλεγε ότι αμφισημία έχουμε όταν αποδίδονται εναλλακτικές δομές συστατικών σε μία δομή. Εγώ θα σου πω απλά ότι αμφισημία έχουμε όταν υπάρχει και μια δεύτερη, διαφορετική ανάγνωση της πρότασης. Να σημειώσω εδώ όμως ότι αμφισημία δεν σημαίνει ασάφεια. Εκεί υπάρχει ακαθόριστος αριθμός πιθανών ερμηνειών. Κάτι σαν τις συνομιλίες του Μάκη! 😀

update: κλικ!



δειξε μου το φιλο σου να σου πω ποιος εισαι

Η γλώσσα και η πραγματικότητα συχνά έχουν σχέση. Λέει η αδερφή μου για παράδειγμα  «Φέρε λίγο την παντόφλα!» και καταλαβαίνω αμέσως ότι o ήχος [pandófla] αντιστοιχεί στο ξώφτερνο (!) ελαφρύ υπόδημα που φοράμε στο σπίτι. Αν η αδερφή μου όμως έχει πολλά ζευγάρια παντόφλες, ποιο είναι αυτό που θέλει; Ή αν πάλι χρησιμοποιεί τη λέξη «παντόφλα» μεταφορικά κι εννοεί το παλιάς τεχνολογίας κινητό της; Τελικά ίσως η πιο ευθεία αντιστοίχιση γλώσσας και πραγματικότητας είναι όταν δεν ονοματίζουμε κάτι, αλλά το δείχνουμε. Το φαινόμενο της «δείξης» λοιπόν είναι σα να σηκώνεις μέσω της γλώσσας το χέρι και να δείχνεις κάτι.

pointing1Όταν λες, ας πούμε, «εγώ έφαγα» ή»εσύ γέλασες», δείχνεις ποιος έκανε κάτι (προσωπική δείξη). Επίσης και τα ίδια τα ρήματα «έφαγα» ή «γέλασες» μας δείχνουν από την κατάληξή τους το ποιος. Η ρηματική κατάληξη βέβαια μπορεί να ξεγελάσει. «Τι θα πάρετε;» ρωτάει ένας σερβιτόρος έναν κύριο κι από την κατάληξη του ρήματος νομίζεις ότι απευθύνεται σε πολλούς. Πρόκειται βέβαια για το γνωστό πληθυντικό ευγενείας ή αλλιώς τη διάκριση Τ / V (όχι από την τηλεόραση, αλλά από τα γαλλικά tu / vous!). Λέμε επίσης «αυτός κοίταξε» δηλώνοντας ταυτόχρονα την απόσταση μεταξύ αυτού και εμάς. Ωστόσο μπορούμε να απευθυνθούμε και στον ακροατή μας σε τρίτο πρόσωπο, είτε ειρωνικά: «Εμ βέβαια, η κυρία Κάκια δεν μπόρεσε να έρθει Κατερινή!» ή με συναισθηματικές συνδηλώσεις: «Τώρα η Αννούλα μας θα διαβάσει και θα πέσει για ύπνο!»

Χρησιμοποιούμε επίσης φράσεις όπως «μένω εδώ» ή «κάθησε εκεί» για να δείξουμε το που (τοπική δείξη). Επίσης υπάρχουν ρήματα που με τη σημασία τους και μόνο «δείχνουν» τον τόπο, όπως τα «έρχομαι» και «πάω». Σκεφτείτε βέβαια την περίπτωση, ενώ ζείτε μόνιμα στη Λάρισα κι έχετε πάει για λίγο στα Τρίκαλα, να πείτε σε κάποιον: «Το άλλο Σάββατο θα έρθει ο Γιώργος εδώ από Αθήνα!» και μ’ αυτό το «εδώ» να εννοείτε τη Λάρισα κι όχι τα Τρίκαλα στα οποία βρίσκεστε τη στιγμή που λέτε «εδώ». Μη βιαστείτε να συμπεράνετε λανθασμένη χρήση του δεικτικού. Η τοπική δείξη εξαρτάται κάθε φορά από την οπτική του ομιλητή.

Τέλος, με φράσεις όπως «φέρε τώρα τα λεφτά» ή «περνούσαμε ωραία τότε» δείχνουμε το πότε (χρονική δείξη). Το «τώρα» αναφέρεται πάντα στο παρόν του ομιλητή, το «τότε» όμως μπορεί να «δείχνει» απ’τη μια κάτι παρελθοντικό -όπως στο παραπάνω παράδειγμα- αλλά μπορεί και να δείχνει κάτι μελλοντικό π.χ. «Κλείσαμε εισιτήρια για τότε!», ανάλογα με το παρόν του ομιλητή. Βέβαια όταν ακούμε μια τέτοια φράση την ερμηνεύουμε σύμφωνα με τη χρονική στιγμή που αυτή εκφωνείται. Αν  κάποιος μου πει  «Γύρισα και του’πα: αύριο να είσαι στην ώρα σου!», εγώ σαν ακροατής μάλλον καταλαβαίνω ότι ο εν λόγω άνθρωπος αύριο πρέπει να είναι στην ώρα του. Ωστόσο ο ομιλητής μπορεί να εννοεί ότι προχθές του είπε να είναι την επόμενη μέρα στην ώρα του (άρα χτες!) 😀