i love linguistics!


ολοι τρια (;) μετρα παιρνουν γη!

Bride-escapes-grave3Τον υπουργό Πολάκη τον έμαθα μετά το περιστατικό του Δεκεμβρίου, όταν κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου συγκρούστηκε με έναν δημοσιογράφο. Ο Πολάκης τότε έγινε δέκτης αρνητικής κριτικής από μεγάλο μέρος του κόσμου, όχι μόνο για τον τρόπο που χειρίστηκε τη συνέντευξη τύπου, αλλά και για την επιλογή του να προφέρει τον ιό HIV, «χιβ». Είχα στενοχωρηθεί τότε που δεν προλάβαινα να κάνω μια μικρή έρευνα και να γράψω κάτι για το γλωσσικό αυτό «λάθος». Το έψαξα πάντως το πράμα και περίμενα την κατάλληλη στιγμή…ώσπου χτες ο Πολάκης ξαναχτύπησε! 🙂

Μιλώντας σε κομματική συγκέντρωση του ΣΥΡΙΖΑ και αναφερόμενος στην επίμαχη συνέντευξη τύπου, μεταξύ άλλων, είπε: «Ή που βγήκαν κάτι 25χρονα, που εψές επήρανε πτυχίο, να μου πουν πώς λένε οι γιατροί τον ιό του AIDS, ας πούμε. Όλοι χιβ τον λέμε μεταξύ μας. Έτσι τον λέμε. Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Και θα μας κάνουν παρατήρηση, ας πούμε, τα χτεσινά αβγά -για να το πω κι έτσι-. Πώς θα τον επούμε, ας πούμε.»

Πράγματι -όπως έχουμε πει πολλάκις (you see what I did there! 😛 )- στο πλαίσιο μίας κλειστής ομάδας, όπως είναι πχ οι γιατροί ενός νοσοκομείου, αναπτύσσεται μία ποικιλία της γλώσσας, σχεδόν συνθηματική. Αυτή παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με τη νόρμα στο λεξιλόγιο, τη σύνταξη και την προφορά. Ένα τέτοιο παράδειγμα διαφορετικής προφοράς είναι η επιλογή των γιατρών να προφέρουν -μάλλον χάριν συντομίας- το ακρωνύμιο HIV (που θα προφερόταν κανονικά [‘v]), απλά χιβ.

Βέβαια η επιλογή του Πολάκη να πει τον HIV, χιβ, δεν ταιριάζει στο συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο. Ήταν μία συνέντευξη τύπου, όχι μία συνομιλία ανάμεσα σε γιατρούς, στο πλαίσιο της δουλειάς τους. Η λανθασμένη χρήση του διαλεκτικού τύπου ενδεχομένως και να έγινε από παραδρομή. Δεν μπορώ να φανταστώ δηλαδή ότι ο Πολάκης όπου σταθεί κι όπου βρεθεί λέει τον HIV «χιβ», ή τον ορθοπεδικό «κοκαλά», ή το οινόπνευμα «οινόπλεμα» (=επειδή οι γιατροί «πλένονται» με αυτό) και περιμένει να τον καταλάβουν με ευκολία!

 

 

 



πετραδακι, πετραδακι για τα σενα το ‘χτισα

Αν ανήκετε σε εκείνους που προτιμούν το βουνό για τις καλοκαιρινές τους διακοπές, σας προτείνω να επισκεφτείτε τουλάχιστον για ένα τριήμερο τα όμορφα χωρία του καταπράσινου Βοΐου Κοζάνης. Η φυσική ομορφιά της περιοχής καθώς επίσης και η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική των κτιρίων θα σας συνεπάρουν. Τα χωριά εκεί χαρακτηρίζονται μαστοροχώρια -όπως αυτά της Ηπείρου- γιατί στην περιοχή διέμεναν φημισμένοι τεχνίτες της πέτρας, οι οποίοι κατασκεύαζαν τα πανέμορφα πέτρινα αρχοντικά που συναντάμε στο Βόιο. Εκτός όμως από αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, η περιοχή παρουσιάζει και γλωσσολογικό βεβαίως βεβαίως!

Οι τεχνίτες της πέτρας του Βοΐου είχαν αναπτύξει μια κοινωνιόλεκτο -ή καλύτερα μία επαγγελματική διάλεκτο- για να μη γίνονται κατανοητοί από τους “ανεπιθύμητους”. Αυτή τους η ανάγκη αποκαλύπτεται μάλιστα στην χαρακτηριστικότερη ίσως μαστόρικη έκφραση “Μη ξιφλιάς, τσλίζ ου μπαρός!” που σημαίνει “Μη μιλάς, ακούει το αφεντικό!”. Η διάλεκτος των μαστόρων ονομάζεται κουδαρίτικα και απαντάται με μικρές διαφοροποιήσεις στα μαστοροχώρια της Ηπείρου και της Θράκης. Κουδάρ(η)ς ονομάζεται ο μάστορας και κούδα η πέτρα.

Ταξιδεύοντας στο Βόιο λοιπόν ίσως έχετε την ευκαιρία να ακούσετε ηλικιωμένους άντρες, συνταξιούχους χτίστες, να χρησιμοποιούν ακόμα στον καθημερινό τους λόγο μαστόρικες λέξεις. Ακόμα θυμάμαι τον παππού μου, που ήταν μάστορας από τον Πεντάλοφο Βοΐου, να χρησιμοποιεί μαστόρικες λέξεις όπως “μαλέτσ’κος” που θα πει μικρός ή “ξούλια”, δηλαδή τα ρούχα. Έχω επίσης την εντύπωση ότι έλεγε και ένα τραγούδι στα κουδαρίτικα, το οποίο δυστυχώς δεν κατέγραψα, γιατί ήμουν μικρή και δεν ήξερα ότι μια μέρα θα με ενδιέφεραν κάτι τέτοια! Αν έχετε λοιπόν κάτι σχετικό υπόψη σας στείλτε μου παρακαλώ ένα mail!

Το λεξιλόγιο των κουδάρων πάντως ήταν ιδιαίτερα περιορισμένο (γύρω στις πεντακόσιες λέξεις) γιατί αφορούσε πολύ συγκεκριμένες πτυχές της καθημερινής ζωής: την εργασία τους, το φαγητό (η πείνα των μαστόρων είναι άλλωστε παροιμιώδης!) και φυσικά τον έρωτα. Δεδομένου ότι πολλοί από τους χτίστες έφευγαν από τον τόπο τους για μεγάλα διαστήματα προκειμένου να αναλάβουν το χτίσιμο κτιρίων -ακόμα και στα Βαλκάνια- αναγκάζονταν να καμουφλάρουν τον πόθο τους για γυναίκες άλλων αντρών με συνθηματικές λέξεις.

Το συνθηματικό λεξιλόγιο των μαστόρων παρέμεινε θα λέγαμε “μυστικό”, αφού δεν διαδόθηκε ποτέ τόσο ώστε λέξεις του να περάσουν στην καθημερινή μας ομιλία ως αργκό (όπως συνέβη με άλλες κοινωνιολέκτους, π.χ. τα καλιαρντά, τη γλώσσα δηλαδή των ομοφυλοφίλων). Κάνοντας μια μικρή έρευνα για να ανακαλύψω έστω μία λέξη που να χρησιμοποιείται στην αργκό αλλά να προέρχεται από τα κουδαρίτικα, εντόπισα μόνο τη λέξη “μπαρίνα”, η οποία στη Βόρεια Ελλάδα χρησιμοποιείται -σπάνια βέβαια- αντί της λέξης “γκόμενα”. Στα μαστόρικα “μπαρίνα” πάντως σήμαινε τη γυναίκα του αφεντικού.