i love linguistics!


Και ναι και οχι, και ετσι και γιουβετσι

10312379_10152820025242928_1050443137155461168_nΟι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών δεν θα μπορούσαν παρά να αποτελέσουν αφορμή για ένα νέο γλωσσολογικό κειμενάκι. Όπως όλ@ ξέρετε, στις 5 Ιουνίου οι πολίτες καλούμαστε να αποφασίσουμε επιλέγοντας ένα “ναι” ή ένα “όχι”. Στο blog αυτό βέβαια δεν θα διαβάσετε πολιτικές αναλύσεις υπέρ της μιας ή της άλλης επιλογής. Εδώ θα σταθούμε στις δύο λέξεις.

Που λέτε το δίλημμα του δημοψηφίσματος με πήγε χρόνια πίσω. Για την ακρίβεια δώδεκα χρόνια πριν. Θυμήθηκα πως μία ακριβώς μέρα πριν εξεταστώ στα αρχαία στις πανελλαδικές ο χιουμορίστας καθηγητής των αρχαίων μου μού είπε χαιρέκακα: “Ωραία, είσαι σε θέση να λύσεις ένα άγνωστο κείμενο. Ξέρεις σύνταξη, γραμματική, λεξιλόγιο. Όταν ξεκινάς όμως μια ξένη γλώσσα ποιο είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις; Το “ναι” και το “όχι”. Πώς είναι λοιπόν στ’ αρχαία; ”. Πάγωσα. Δεν ήξερα τις δύο πιο βασικές λέξεις του λεξιλογίου της γλώσσας στην οποία θα εξεταζόμουν την επομένη. Σαν γνήσιο φλωράκι έσπευσα να τις βρω.

Στα αρχαία το “ναι”, είναι “ναί”. Προγενέστερος τύπος δεν απαντάται. Η λέξη ήταν λοιπόν εξαρχής ένα μόριο το οποίο δηλώνει την συγκατάβαση και τη συμφωνία. Το “όχι” από την άλλη προέρχεται από το αρχαίο αρνητικό μόριο “ουκ” και μάλιστα από τη δασυμένη μορφή του «ουχ(ί)».

Οι δύο αυτές μικρές λέξεις που σήμερα πυροδοτούν εντάσεις, διαφωνίες και παίζουν καθοριστικό ρόλο για το μέλλον μας, απασχόλησαν ιδιαίτερα τ@ς επιστήμον@ς της ιστορικής γλωσσολογίας και συγκεκριμένα όσ@ς ασχολούνται με τη συγκριτική γραμματική. Η λέξη που κυρίως προβλημάτισε ήταν το “όχι”. Οι γλωσσολόγοι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς γίνεται μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα να μην έχει κληρονομήσει το αρνητικό *ne για το κύριο μόριο αρνητικής απάντησης “όχι”, όπως έκαναν άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (πχ αγγλικά “no”, γαλλικά “non”, γερμανικά “nein”, βουλγάρικα “ne” κτλ). Ορισμέν@ προβληματίστηκαν και με την ομοιότητα του ελληνικού “ναι” με το ινδοευρωπαϊκό *ne (=όχι). Οι γλωσσολόγοι παραξενεύονταν επίσης και με το γεγονός ότι ενώ στα ελληνικά δεν χρησιμοποιήθηκε η ινδοευρωπαϊκή ρίζα για το “όχι”, χρησιμοποιείται το αρνητικό μόριο *ne ως στερητικό κατά τη σύνθεση ορισμένων λέξεων, πχ . νε-έπος (=σε ελεύθερη μετάφραση «που δεν μιλάει») > νήπιο.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες θεωρίες που ερμηνεύει την απόκλιση του “όχι” από τις άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες είναι η εξής: Ανάμεσα στην προ-ελληνική και την ινδοευρωπαϊκή φάση της γλώσσας υπήρχε το λεγόμενο πρωτοελληνικό στρώμα, μία μεταβατική φάση, κατά την οποία η άρνηση ήταν περιφραστική και όχι μονολεκτική. Η περίφραση περιείχε την ινδοευρωπαϊκή άρνηση *ne, ωστόσο απλοποιήθηκε σε τέτοιο βαθμό που το *ne εξαλείφθηκε. Όσον αφορά το “ναι”, οι περισσότεροι γλωσσολόγοι υποστηρίζουν ότι η σύνδεσή του με την ινδοευρωπαϊκή άρνηση είναι λανθασμένη, καθώς πρόκειται για εκ των υστέρων φωνητική σύνδεση (το ναι στα αρχαία άλλωστε ενδεχομένως προφέρονταν [nai] όχι [ne]).

Καλή ψήφο!

Advertisements