γλωσσολογία
Μία λεξη με 2 [lo] που δεν μπορεί παρά να ηχεί “βαριά” στα αυτιά εκείνου που δεν ξέρει τι σημαίνει. Μια επιστήμη που από το όνομά της και μόνο δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις για τους ανθρώπους που ασχολούνται μ’αυτήν. Ποιος δεν θα έπαιρνε όρκο ότι ένας γλωσσολόγος δεν είναι σίγουρα πολύγλωσσος ή και μεταφραστής;
Στην πραγματικότητα ο γλωσσολόγος είναι ένας ντετέκτιβ της γλώσσας! Είναι αυτός που κρυμμένος, παρακολουθεί και καταγράφει μια γλώσσα σε διάφορες φάσεις της (τι κάνει η γλώσσα αυτή τώρα που τη μιλάμε, τι έκανε παλιότερα, τι σχέσεις διατηρεί με άλλες γλώσσες κτλ). Σαν καλός ντετέκτιβ ο γλωσσολόγος δεν επεμβαίνει ποτέ, ούτε αξιολογεί τη γλώσσα που παρατηρεί. Αν το έκανε θα τη ρύθμιζε, παραποιώντας τα τεκμήρια! Θα την έκανε κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα! το πόρισμα της έρευνας θα ήταν λάθος κι ο πελάτης του σίγουρα δεν θα έμενε ικανοποιημένος!
Όμως μην μπερδεύεστε! ο γλωσσολόγος δεν είναι και ο καλύτερος ομιλητής της γλώσσας με την οποία ασχολείται! Κι αυτό γιατί δεν ξέρει τι είναι το σωστό και τι το λάθος! Αυτό που προσπαθεί να μάθει τελικά είναι τι χρησιμοποιείται και γιατί!
Το blog αυτό επιχειρεί να σας βάλει πίσω από τα μαύρα γυαλιά και την ανοιχτή εφημερίδα του ντετέκτιβ-γλωσσολόγου! Έχουμε λοιπόν μια υπόθεση να λύσουμε…
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: συντακτικό λάθος, σημασιολογικό λάθος, φωνολογικό λάθος, αλήθεια, αντιγραμματικότητα, γραμματικότητα, γλωσσική διαίσθηση, γλωσσική ικανότητα, μορφολογικό λάθος, noam chomsky
Σε παλιότερη ανάρτηση σας μίλησα για τον γλωσσολόγο-σταρ Noam Chomsky, ο οποίος μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι όλοι οι φυσικοί ομιλητές μιας γλώσσας γνωρίζουμε τη γραμματική της άσχετα από το επίπεδο της μόρφωσης μας. Με τον όρο “γραμματική” δεν εννοεί ότι όλοι παίζουμε στα δάχτυλα τον Τριανταφυλλίδη, αλλά ότι είμαστε όλοι σε θέση να δημιουργήσουμε και να κατανοήσουμε καλοσχηματισμένες προτάσεις, καθώς επίσης και να διακρίνουμε τις κακοσχηματισμένες. Η γιαγιά μου, ας πούμε, παρόλο που δεν τέλειωσε το σχολείο, μου μιλάει και με καταλαβαίνει τέλεια! Αν εγώ της πω μάλιστα “Γιαγιά το φαγητό σου ήταν νόστιμη!” θα γυρίσει και θα μου πει “Τι νόστιμη καλέ;! Νόστιμο!”. Η γιαγιά μου με άλλα λόγια διέκρινε την αντιγραμματικότητα της πρότασης μου παρά την ελλιπή της μόρφωση. Μα πώς, θα σκεφτεί κανείς; Με τη γλωσσική της ικανότητα βέβαια!
Ωστόσο η γραμματικότητα δεν έχει να κάνει με την αλήθεια μιας πρότασης. Αν πω σ’ ένα γαύρο “Ο Σωκράτης Κόκκαλης αγκάλιασε τον παίχτη του Τζιμπρίλ Σισέ και του ζήτησε να ρίξει πέντε γκολάκια στον αιώνιο αντίπαλο Ολυμπιακό!” έχω σχηματίσει μια ωραιότατη γραμματική πρόταση, η οποία είναι σαφώς αναληθής, με αποτέλεσμα να κινδυνεύω περισσότερο απ’ ότι αν του έλεγα *” Η ομάδα του Ολυμπίακου θα αποκλειστεί σίγουρα απ’ τη Μπορντώ”!
Με αστερίσκο (*) σημειώνουν οι γλωσσολόγοι τις αντιγραμματικές προτάσεις
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: πρόσωπο, στρατηγικές ευγένειας, Βrown & Levinson, απειλητικές πράξεις, θεωρία της ευγένειας, λεκτική αποζημίωση
Όλα τα παιδάκια τέτοιες μέρες περιμένουν ανυπόμονα το δώρο του Άη Βασίλη. Αυτό το “δικαιούνται” βέβαια μόνο εκείνα που ήταν όλη τη χρονιά καλά παιδάκια, δηλαδή ήσυχα, ευγενικά και υπάκουα. Τα υπόλοιπα κωλόπαιδα καλύτερα να μην ελπίζουν…Ή μήπως κάτι μπορεί να γίνει;
Οι γλωσσολόγοι Brown και Levinson διατύπωσαν μια θεωρία, την οποία αν ακολουθήσουν τα απανταχού ανάγωγα, θα έχουν αυτομάτως και πιθανότητες απόκτησης δώρου· μιλάω βέβαια για τη θεωρία της ευγένειας! Σύμφωνα με αυτή κάθε άτομο θέλει να παρουσιάζει στους άλλους μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό του. Μπορεί δηλαδή να θέλει να το “παίξει” καλό και υπάκουο ή να προτιμά να δίνει την εντύπωση του ρεμαλιού…Αν πάντως θέλεις δώρο, επιδίωξε τη θετική πλευρά του προσώπου, η οποία σου εξασφαλίζει την εκτίμηση των γύρω σου.
Βασική παρατήρηση των γλωσσολόγων είναι ότι σχεδόν κάθε λεκτική μας πράξη κρύβει μέσα της μια απειλή. Όταν, ας πούμε, παραπονιόμαστε σε κάποιον για τους καμένους κουραμπιέδες, τα παράπονά μας ανάλογα τα γλωσσικά μέσα που θα επιλέξουμε, μπορούν να ακουστούν λιγότερο ή περισσότερο απειλητικά. Με απλά λόγια αν πούμε “Μωρέ κρίμα που καψαλίστηκαν οι κουραμπιέδες!” εκφράζουμε πιο ήπια το παράπονο μας, σε σχέση με το να αρχίζαμε τις χριστοπαναγίες χρονιάρες μέρες!
Όλα εξαρτώνται λοιπόν από την πρόθεση του ομιλητή αλλά και από τις προσδοκίες του ακροατή. Οι Brown και Levinson κατέγραψαν διάφορες στρατηγικές ευγένειας ανάλογα το στόχο του ομιλητή. Εγώ θα σημειώσω μόνο εκείνες που θα σας κάνουν να φαίνεστε ή να είστε ευγενικά παιδιά! Αντί να προστάζετε τη μαμά σας φέρε το ένα και φέρε το άλλο, μπορείτε εναλλακτικά να συσσωρεύετε κι άλλα γλωσσικά στοιχεία, τα οποία αν και δεν προσθέτουν κάτι στο νόημα, σας κάνουν πιο Ζαμπούνιδες της γλώσσας: “Θα μπορούσες να μου φέρεις αυτό…”, “Θα είχες την καλοσύνη να μου φέρεις το άλλο..;”, “Εσύ που είσαι τόσο καλή μαμά, θα μου φέρεις το παράλλο;!”
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: τεχνητή γλώσσα, Λουδοβίκος Λάζαρος Ζαμένχοφ, εσπεράντο
Σήμερα το σήμα google έχει την εξής μορφή:
Η σημαία αυτή είναι σύμβολο της εσπεράντο, μιας τεχνητής γλώσσας που δημιούργησε ο εβραίος Λουδοβίκος Λάζαρος Ζαμένχοφ, του οποίου τα γενέθλια θυμήθηκε το google!
Ο Ζαμένχοφ ήταν ένας οφθαλμίατρος που έβαλε τα γυαλιά στους φιλολόγους!
Γύρω στο 1880 σχεδίασε μια πανευρωπαϊκή γλώσσα, για να μπορούν όλοι οι ευρωπαίοι να συνομιλούν άνετα. Πρόκειται για ένα αρκετά εύκολο σύστημα. Ο τόνος μπαίνει πάντα στην παραλήγουσα, η προφορά είναι φωνητική (διαβάζεις ό,τι βλέπεις, π.χ. το ai προφέρεται “αϊ”), όλη κι όλη η γραμματική περιλαμβάνει 16 κανόνες και στη γραφή χρησιμοποιείται το λατινικό αλφάβητο. Όσον αφορά το λεξιλόγιο, ο Ζαμένχοφ στηρίχτηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η κάθε λέξη της εσπεράντο παραπέμπει σε λέξεις πολλών ευρωπαϊκών γλωσσών, οι οποίες είναι μεταξύ τους αρκετά όμοιες, π.χ. το “Dankon”(=ευχαριστώ) της εσπεράντο προέκυψε από τα “danke”(γερμανικά), “thanks”(αγγλικά) κτλ.
Αν και δεν είναι καμιάς χώρας επίσημη γλώσσα, η εσπεράντο έχει πάνω από 100.000 ομιλητές (μέχρι και 2 εκατομμύρια υποστηρίζουν ορισμένοι!), ενώ υπάρχουν και κάποιοι που την έχουν μητρική! Στη Σοβιετική Ένωση η εσπεράντο είχε αναγνωριστεί επίσημα ως γλώσσα, μέχρι ο Στάλιν να τη χαρακτηρίσει “γλώσσα των κατασκόπων” και να διώξει τους ομιλητές της. Ο δε Χίτλερ στο “ο Αγών μου” σημειώνει πως φοβόταν “διεθνή εβραϊκή συνωμοσία” όσο χρησιμοποιούνταν η εσπεράντο (αφού η γλώσσα ήταν δημιούργημα εβραίου!). Στο άλλο άκρο βρίσκεται ένας κινέζος γλωσσολόγος που προσπάθησε στις αρχές του 20ου να αντικαταστήσει (ανεπιτυχώς) την Κινεζική με την εσπεράντο!
Να μερικές “εσπεραντικές” εκφράσεις s.o.s.: Bonan matenon, Bonan nokton, Saluton, Ĉu vi parolas Esperanton?, Mi ne komprenas vin… Τη μετάφραση σας αφήνω να την υποθέσετε! Δεν είναι νομίζω και πολύ δύσκολο!
“Ποιανού λαού αλφάβητο, ποιες λέξεις να ταιριάξω
να περιγράψουν τις ευχές που θέλω να σας γράψω!”
(κρητική εορταστική μαντινάδα)
Τώρα που πλησιάζει η αλλαγή του χρόνου, έπεσε στα χέρια μου ένα ημερολόγιο του ‘10 με θέμα την Κρήτη. Έτσι σκέφτηκα να γράψω δυο λόγια για την κρητική διάλεκτο, μια διάλεκτο που μιλιέται όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σε περιοχές της Τουρκίας από μουσουλμάνους κρητικούς που έφτασαν εκεί με την ανταλλαγή πληθυσμών.
Η διάλεκτος των κρητικών διαφοροποιείται έντονα από περιοχή σε περιοχή. Δηλαδή δεν μιλούν όλοι στο νησί την ίδια μορφή της γλώσσας. Ωστόσο μεταξύ αυτών των διαφορετικών εκδοχών της διαλέκτου, μπορούμε να διακρίνουμε μερικά σταθερά για όλες χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα τα άρθρα “τση” (αντί “της”) και “τσι” (αντί “τους” και “τις”). Επίσης σε όλες συναντάμε την κατάληξη -ομε στο ρήμα, π.χ. έχομε (αντί έχουμε). Όλοι οι κρητικοί απλοποιούν λέξεις στις οποίες εμφανίζονται συνεχόμενα σύμφωνα, π.χ. “άθρωπος” (αντί “άνθρωπος”). Η αντωνυμία μπαίνει σχεδόν πάντα μετά το ρήμα, δηλαδή αντί “σε ρωτώ” λένε “ρωτώ σε”, εκτός βέβαια από την περίπτωση που το ρήμα είναι σε προστακτική, “ένα ντάκο μου κάμε” αντί “κάνε μου έναν ντάκο!” (μιαμ μιαμ!)
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεξιλόγιο τους. Πολλές λέξεις δεν υπάρχουν στην κοινή νέα ελληνική: κοπέλλι (=παιδί), κουζουλός (=τρελός), επαέ (=εδώ) κτλ. Άλλες ενώ υπάρχουν στην κοινή, στα κρητικά έχουν άλλη σημασία: κουράδι (=κοπάδι), πράμα (=τίποτα), χτήμα (=γάιδαρος). Τέλος πολλές λέξεις τους θεωρούνται αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής προέλευσης, ενώ υπάρχουν κι αρκετά λατινικά, ιταλικά και τουρκικά δάνεια.
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: κρίση της γλώσσας, οικονομία της γλώσσας
“Κατάρρευση της Lehman Brothers”, “παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου”, “δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ”, “δημόσιο χρέος άνω του 90% του ΑΕΠ”… Τα της οικονομίας έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας- να είναι καλά η κρίση! Επειδή όμως αυτό το blog είναι αμιγώς γλωσσολογικό, αυτή βέβαια δεν μπορεί να είναι μία ανάρτηση σχετικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση… είναι πάντως μια ανάρτηση που αφορά μεν την οικονομία, όμως αυτή της γλώσσας!
Οικονομία είναι εκείνη η ιδιότητα της γλώσσας που της επιτρέπει να συνδυάζει ήχους χωρίς σημασία, π.χ. [k],[p],[a],[t],[e],[o] για να φτιάξει πολλές ακολουθίες ήχων που έχουν νόημα, δηλαδή [pakéto], [káto],[petó] κτλ. Αυτές με τη σειρά τους αν συνδυαστούν κατάλληλα έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία απεριόριστου αριθμού προτάσεων και φράσεων, [petó káto tó pakéto] κτλ.
Με τον όρο “οικονομία της γλώσσας” συχνά αναφερόμαστε όμως και σ’ έναν απ’ τους λόγους που οι ομιλητές απλοποιούν σταδιακά τη γλώσσα τους. Πρόκειται για μια γενικότερη τάση όλων των ομιλητών, όλων των γλωσσών. Ακόμα και οι αρχαίοι ημών το έκαναν!
Κάποτε για να ζητήσουν νερό να πιουν έλεγαν “νηρόν ύδωρ” (=φρέσκο νερό)…με τα χρόνια κατάλαβαν ότι πρέπει κάπως να το μικρύνουν και το έκαναν “νηρόν” ώσπου κάποια στιγμή έγινε και “νερό”. Τι κι αν το έκαναν κι οι “ένδοξοι έλληνες” ;! Υπάρχουν στις μέρες μας πολλοί “θαυμαστές” τους που το ξεχνούν και κάνουν λόγο για κρίση· αυτή τη φορά όμως γλωσσική!
Στα αρχαία ελληνικά υπήρχε ένας ήχος -κι ένα σύμβολο του ήχου αυτού- που δεν υπάρχει πια στα νέα. Aναφέρομαι βέβαια στο δίγαμμα, το έκτο γράμμα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου. Όπως μαρτυρά το ίδιο το όνομά του, αυτό δεν είναι ένα απλό γάμμα…είναι δίγαμμα! Επομένως, ως προς το σύμβολο, μιλάμε για ένα διπλό κεφαλαίο γάμμα (F).
Ως προς τον ήχο, μπορούμε να πούμε ότι θύμιζε το αγγλικό [w] (πατήστε εδώ και μετά πάνω στο σύμβολο w). Όπως μάλλον παρατηρείτε, φωνητικά ο ήχος είναι ασθενής και παραπέμπει στον ήχο του δικού μας σημερινού β. Το γεγονός ότι ήδη από την αρχή ήταν ασθενής ήχος εξηγεί και τη σταδιακή αποβολή του από τα ελληνικά. Μοναδική εξαίρεση η λέξη βάνε (=αρνί) της τσακώνικης διαλέκτου που διατηρεί κατά κάποιον τρόπο ακόμα και στις μέρες μας τον ήχο του δίγαμμα [vanε].
Οι αρχαίες ελληνικές λέξεις που παίρνουν δασεία, είναι εκείνες που είχαν σε πιο πρώιμο στάδιο ένα F στην αρχή τους, π.χ. το ρήμα ορώ (=βλέπω) που γράφεται με δασεία, υπήρξε κάποτε Fορώ. Σε άλλες λέξεις – κυρίως σε διαλεκτικούς τους τύπους- το δίγαμμα αποδόθηκε με τα ου, υ, β, φ και σε άλλες χάθηκε τελείως.
Ο Όμηρος, απ’ ότι φαίνεται, πρόφερε κανονικά το F όταν απήγγειλε τα έπη του. Όταν όμως τα έπη αυτά καταγράφηκαν, χρησιμοποιήθηκε το αλφάβητο με τα 24 γράμματα (το F είχε δηλαδή αποβληθεί). Έτσι λοιπόν εξηγούνται και οι ανωμαλίες στο μέτρο* των ομηρικών επών.
*Το μέτρο είναι ο ρυθμός κάθε στίχου. Όπως αντιλαμβάνεστε η απουσία ενός γράμματος, στην προκειμένη το F, επηρέασε αυτό τον σταθερό ρυθμό. Στον Όμηρο το μέτρο είναι δακτυλικό εξάμετρο.
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: προφορά, συνίζηση, σαρδάμ, φωνητική, φωνολογία, γλωσσικό λάθος
Σήμερα αποφάσισα να σας γυρίσω μερικά χρόνια πριν, όταν πρωθυπουργός ήταν ο Κώστας Σημίτης. Παραδεχτείτε το πως όλοι, υποστηρικτές του ή όχι, κάνατε κάτι γέλια με τα σαρδάμ του (το αλησμόνητο μακέτο αντί μακέτα) και την περίεργη ορισμένες φορές προφορά του (πχιότητα αντί ποιότητα)!
Το σαρδάμ βέβαια δεν αποδεικνύει την ηλιθιότητα ή την ημιμάθεια του ομιλητή. Πρόκειται απλά για μπέρδεμα λέξεων ή γραμμάτων μέσα σε μια λέξη (κυρίως λόγω τρακ). Συμβαίνει σε όλους!

πόλος έλξης!
Τα λάθη στην προφορά όμως εξετάζονται από δύο κλάδους της γλωσσολογίας που συνήθως πάνε πακέτο (κι όχι μακέτο!). Τη φωνητική (επιστημονική μελέτη των γλωσσικών ήχων) και τη φωνολογία (μελέτη εκείνων των ήχων μιας γλώσσας που διαφοροποιούν το νόημα σε μια λέξη ή άλλο γλωσσικό σήμα π.χ. αν στη λέξη πόλος [pólos] αντικαταστήσουμε το αρχικό [p] με το [k] θα προκύψει μια λέξη με διαφορετική σημασία· η λέξη κώλος [kólos])!
Το γλωσσικό λάθος, όπως έχω ήδη γράψει, δεν πρέπει να το “αφορίζει” ο εκπαιδευτικός, αλλά πρώτα να το ερμηνεύει και μετά να το διορθώνει. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίσει λοιπόν και τα “λάθη” στην προφορά: τα παιδιά συχνά λένε “Γράφουμε δγιαγώνισμα!” αντί του κανονικού “δ-ι-αγώνισμα”. Παρασύρονται δηλαδή από λέξεις που προφέρονται όπως το “δγιαβάζω”. Επίσης αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κλίση λόγιων λέξεων: το παιδί μπορεί να σου πει ότι στη γενική “το πανεπιστήμιο” κάνει “του πανεπιστήμιου”. Αν του ζητήσεις να το συλλαβίσει θα σου πει “πα-νε-πι-στή-μιου. Στην τελευταία αυτή συλλαβή το παιδί τοποθετεί δυο φωνήεντα μαζί, παρασυρμένο από λέξεις όπως “του ήλιου” (συνίζηση). Επίσης πολλά παιδιά προφέρουν τη λέξη “συγγραφέας” ως “συγκραφέας” ή “συνγκραφέας” κι όχι ως “σύνγραφέας” που είναι το “σωστό”. Αυτό συμβαίνει βέβαια γιατί παρασύρονται από τη γραπτή μορφή της λέξης που γράφεται με /γγ/ το οποίο προφέρεται συχνότερα ως “νγκ” και “γκ” παρά ως “νγ“!
*Η ορθή φωνητική μεταγραφή των παραδειγμάτων που χρησιμοποίησα (γιατί η άλλη, είπαμε, είναι δικό μου δημιούργημα!) είναι: [δjaγónizma],[δiaγónizma], [δjavázo], [sigraféas],[singraféas],[siŋγraféas]
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: γλωσσικος σεξισμός, διεκδίκηση συμβολικού, θηλυκά επαγγελματικά
Άντρες και γυναίκες, είμαστε όλοι άνθρωποι. Με τη λέξη “άνθρωπος” δεν δηλώνουμε το φύλο (η λέξη είναι ουδέτερη ως προς αυτό) ή τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να το δηλώνουμε! Το λέω αυτό γιατί στη γλώσσα μας χρησιμοποιούμε τη λέξη “άνθρωπος” για να “δείξουμε” κυρίως τον άντρα. Αν εγώ σας πω “Πέρασε ένας άνθρωπος με ένα ποδήλατο” , κατά 99,9% θα σχηματίσετε στο μυαλό σας την εικόνα ενός άντρα με ποδήλατο. Αν πάλι πω “Κοίτα εκείνο τον άνθρωπο με το μπλε παντελόνι” το βλέμμα σας θα αναζητήσει έναν άντρα κι όχι μια γυναίκα. Αν τέλος πω “Κοίτα εκείνο τον άνθρωπο με τη μπλε φούστα” ή που θα αναζητήσετε έναν άντρα με φούστα (!) ή που θα με δουλέψετε για τη “λανθασμένη” πρόταση που σχημάτισα!
Οι γυναίκες λοιπόν συχνά δεν “φαίνονται” στη γλώσσα. Άλλη μια απόδειξη, τα θηλυκά επαγγελματικά. Μια γυναίκα είναι γιατρός, δικηγόρος, βουλευτής, όπως ακριβώς κι ένας άντρας συνάδελφος της. Αν πεις σε κάποιον “Το παιδί του Γιώργου έγινε γιατρός” το πιο πιθανό είναι να υποθέσει ότι ο γιος του Γιώργου έγινε γιατρός. Αν πει βέβαια “Το παιδί του έγινε γιατρίνα!” τότε να που φαίνεται και η γυναίκα στη γλώσσα! Καμία γυναίκα όμως δε θα σου πει ότι είναι γιατρίνα, δικηγορίνα ή βουλευτίνα (παρόλο που αυτές οι λέξεις υπάρχουν στο λεξιλόγιό μας) γιατί είναι λέξεις αρνητικά φορτισμένες που κρύβουν ειρωνεία και υποτίμηση. Σκεφτείτε πως η φράση “Άλλα αντ’ άλλων μας τα είπε η γιατρίνα σου!” στέκει περισσότερο στο λόγο, αντίθετα απ’ τη φράση “Είναι μια εξαίρετη γιατρίνα!”.
Ακόμα πιο ξεκάθαρο για το υποτιμητικό του πράγματος είναι το παράδειγμα του ουσιαστικού “ο/η γραμματέας”. Στο μυαλό μας “η γραμματέας” είναι τίτλος κατώτερος από “τον γραμματέα” και θα σας το αποδείξω: Η γραμματέας του υπουργείου στο μυαλό μας είναι μια κυρία που έχει γραφείο στην είσοδο του γραφείου του/της υπουργού, σηκώνει τα τηλέφωνα, βγάζει φωτοτυπίες, δακτυλογραφεί κτλ, ενώ ο γραμματέας του υπουργείου είναι…κάτι σαν τον Ζαχόπουλο στο Πολιτισμού! Λύνει και δένει!
Η γυναίκα στο λόγο λοιπόν μοιάζει να απαρνιέται το θηλυκό για να μπορέσει να κερδίσει το κύρος που οι άντρες εξ ορισμού διαθέτουν. Δεν είναι τυχαίο που πολλές κυρίες επιλέγουν να χρησιμοποιούν το επώνυμο του συζύγου τους (παρόλο που δεν είναι πια υποχρεωτικό). Όσες παντρεμένες αντισταθήκατε βέβαια σθεναρά στην αλλαγή του πατρικού σας ονόματος, καλό είναι να γνωρίζετε ότι το επίθετο σας δηλώνει από μόνο του ότι ανήκετε ή κατάγεστε από έναν άντρα·τον μπαμπά σας! Αν δηλαδή ο μπαμπάς είναι Χατζής, στη γενική κάνει “του Χατζή”. Το επίθετο της κόρης του είναι αυτή η γενική (του) “Χατζή”, που συντακτικά χαρακτηρίζεται γενική κτητική (κτήμα του μπαμπά λοιπόν!) ή της καταγωγής (και η μαμά….δεν κατάγομαι κι από τη μαμά;!)
Πρόσφατα μιλούσα με έναν φίλο, του οποίου ο Κύπριος γείτονας έβαλε καταλάθος φωτιά στο διαμέρισμά του. Ο τύπος έντρομος είχε βγει το πρωί στο μπαλκόνι και φώναζε κάτι για τον “τζισβέ” του (δηλαδή το μπρίκι του). Ο φίλος μου αφού μου αφηγήθηκε το περισταστικό, αναφώνησε “Τι γλώσσα κι αυτή ε;!” κι όταν του απάντησα “Δεν είναι άλλη γλώσσα, αλλά ελληνική διάλεκτος, σαν τη δική σου τη θεσσαλική!” έμεινε να με κοιτάει…
Η Κυπριακή ανήκει στα νότια ιδιώματα της ελληνικής και μάλιστα στη νησιωτική ζώνη του ίντα *. Οι Κύπριοι στην καθημερινότητα τους μιλούν τη διάλεκτο, όμως στο σχολείο διδάσκονται την κοινή νέα ελληνική (την ίδια με εμάς!), την οποία χρησιμοποιούν επιπλέον σε επίσημες περιστάσεις στο γραπτό και προφορικό λόγο. Η κυπριακή διάλεκτος απ’την άλλη δεν διαθέτει γραμματικές και λεξικά, ούτε καν ορθογραφία. Ωστόσο για τους Κύπριους η διάλεκτος τους είναι η φυσική τους γλώσσα, ενώ η νέα ελληνική (η νόρμα) τους φαίνεται τεχνητή μιας κι απέχει πολύ από την καθημερινή γλώσσα επικοινωνίας τους.
Δυο βασικά χαρακτηριστικά της κυπριακής είναι η διατήρηση του τελικού -ν σε πολλά ονόματα και ρήματα, π.χ. τραπέζιν, τραυούμεν αλλά και η σίγηση των β, γ, δ όταν βρίσκονται ανάμεσα σε φωνήεντα, π.χ. φοούμαι=φοβούμαι. Στο λεξιλόγιο της κυπριακής συναντάμε πολλούς αρχαϊσμούς, π.χ. ορτσούμαι=χορεύω (από το αρχαίο ορχούμαι), αλλά και δάνεια: παλαιά γαλλικά -μιας κι η Κύπρος από το 1911 ήταν φραγκικό κρατίδιο-όπως το κουφουρκιάζω=παρηγορώ (από το coumfortar), ιταλικά και βενετικά-λόγω της Ενετοκρατίας που ακολούθησε- όπως κουρτέλλα=μαχαίρι (από το coltella), τουρκικά -λόγω Τουρκοκρατίας- όπως καΐσ̌ιν=παγίδα (από το kayış) και τέλος αγγλικά -λόγω της παρουσίας των άγγλων από το 1878- όπως σέντερ=αποστολέας (από το sender).
*όπως κι οι Κρητικοί, αντί για “τι” ρωτάνε με το “ίντα”.
Κατηγορίες: linguistics | Ετικέτες: ΙΚΥ, Παπαναστασίου, γλωσσολογία Αθήνας, γλωσσολογία Θεσσαλονίκης, ιστορική ορθογραφία, μπαμπινιώτης
Σε παλιότερο post σας είχα εξηγήσει ότι για να γίνει κανείς γλωσσολόγος στην Ελλάδα, το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνει είναι να μπει σε ένα φιλολογικό τμήμα και να επιλέξει στο 3ο έτος σπουδών την κατεύθυνση της γλωσσολογίας. Επόμενο βήμα είναι βέβαια να κάνει ένα μεταπτυχιακό (ή και διδακτορικό) πάνω σε κάποιον κλάδο της επιστήμης. Αν επιλέξει την Ελλάδα για τις μετά το πτυχίο σπουδές, θα πρέπει να πάρει μια μεγάλη απόφαση: Σε ποιας πόλης το φιλολογικό τμήμα να πάει;
Ας το κάνω πιο συγκεκριμένο. Είσαι ένας πατρινός πτυχιούχος της φιλολογίας Φλώρινας με ειδίκευση στη γλωσσολογία. Θέλεις να κάνεις μεταπτυχιακό στη θεωρητική γλωσσολογία και σκέφτεσαι να πας είτε στην Αθήνα είτε στη Θεσσαλονίκη. Σιγά το δίλημμα-θα σκεφτεί κανείς-! Η θεωρητική γλωσσολογία θα είναι παντού ίδια, οπότε σκέψου μόνο ποια πόλη σου αρέσει περισσότερο!
Λάθος! Η γλωσσολογία στην Ελλάδα είναι χωρισμένη άτυπα σε δύο στρατόπεδα. Από τη μια είναι η γλωσσολογία του Πανεπιστημίου Αθηνών κι από την άλλη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Φυσικά δεν αναφέρομαι σε άλλη μια επιφανειακή κόντρα Αθήνας-Θεσσαλονίκης, για το ποια είναι πρωτεύουσα και ποια δευτερεύουσα (!) στην επιστήμη της γλωσσολογίας. Μιλάω για δυο εντελώς διαφορετικές οπτικές πάνω σε βασικά ζητήματα της γλώσσας, που έχουν ως αποτέλεσμα δύο διαφορετικές γλωσσολογίες στην Ελλάδα! Για παράδειγμα στην Αθήνα ο Μπαμπινιώτης υποστηρίζει για την ιστορική ορθογραφία ότι δεν πρέπει να αλλάξει ποτέ γιατί αποτελεί “λεπτή πνευματική άσκηση” που δείχνει την ετυμολογία κάθε λέξης, ενώ στην Θεσσαλονίκη ο Παπαναστασίου λέει “ότι η εισαγωγή ορθογραφικών ρυθμίσεων ή τροποποιήσεων δεν θίγει την ουσία της γλώσσας” και χαρακτηρίζει ακραίους όσους δείχνουν υπέρμετρο σκεπτικισμό πάνω στην ορθογραφική αλλαγή.
Κι επανέρχομαι στο παράδειγμα του πατρινού φοιτητή (ο οποίος είναι αυτός που την πληρώνει στο τέλος!). Στη φιλολογία της Φλώρινας έμαθε τη “θεσσαλονικιώτικη” (να το πω απλά) γλωσσολογία. Αν θελήσει να δώσει εξετάσεις σε μεταπτυχιακό της Αθήνας, πρέπει να ξεχάσει πολλά από αυτά που ήξερε και να τα μάθει αλλιώτικα, για να συμβαδίζει με την “αθηναϊκή” γλωσσολογία. Κι αν θέλει να δώσει στο Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών για να μπει σε όποιο μεταπτυχιακό της Ελλάδας θέλει (ακόμα και της Θεσσαλονίκης!) πρέπει και πάλι να ξεχάσει ότι ήξερε, γιατί στις εξετάσεις του ΙΚΥ διαβασμένος είναι μόνο ο “αθηναϊκά” διαβασμένος!
