i love linguistics!


intro
Σεπτεμβρίου 11, 2009, 16:51
Filed under: plus | Ετικέτες:

protosinaitic γλωσσολογία

Μία λεξη με 2 [lo] που  δεν μπορεί παρά να ηχεί “βαριά” στα αυτιά εκείνων που δεν ξέρουν τι σημαίνει. Μια επιστήμη που από το όνομά της  και μόνο δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις για τους ανθρώπους που ασχολούνται μ’αυτήν. Ποιος δεν θα έπαιρνε όρκο ότι οι γλωσσολόγοι δεν είναι σίγουρα πολύγλωσσ@ ή και μεταφραστ@ς;

Στην πραγματικότητα οι γλωσσολόγοι είναι ντετέκτιβ της γλώσσας! Είναι αυτ@ που κρυμμέν@, παρακολουθούν και καταγράφουν μια γλώσσα σε διάφορες φάσεις της (τι κάνει η γλώσσα αυτή τώρα που τη μιλάμε, τι έκανε παλιότερα, τι σχέσεις διατηρεί με άλλες γλώσσες κτλ). Σαν καλ@ ντετέκτιβ οι γλωσσολόγοι δεν επεμβαίνουν ποτέ, ούτε αξιολογούν τη γλώσσα που παρατηρούν. Αν το έκαναν θα τη ρύθμιζαν, παραποιώντας τα τεκμήρια! Θα την έκαναν κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα! Το πόρισμα της έρευνας θα ήταν λάθος κι ο πελάτης ή η πελάτισσά τους σίγουρα δεν θα έμενε ικανοποιημέν@!

Όμως μην μπερδεύεστε! Οι γλωσσολόγοι δεν είναι και οι καλύτερ@ ομιλητ@ς της γλώσσας με την οποία ασχολούνται! Κι  αυτό γιατί δεν ξέρουν τι είναι το σωστό και τι το λάθος! Αυτό που προσπαθούν να μάθουν τελικά είναι τι χρησιμοποιείται και γιατί!

Το blog αυτό επιχειρεί να σας βάλει πίσω από τα μαύρα γυαλιά και την ανοιχτή τους εφημερίδα… Έχουμε λοιπόν μια υπόθεση να λύσουμε…



Λαρ’σα ‘s voice!

10431696_744020682287436_8937173544103254247_nΈνα κείμενο της Athensvoice (που τώρα μόλις παρατήρησα ότι γράφτηκε το 2009) μοιράζεται στ@ς λαρισαί@ς διαδικτυακ@ς φίλ@ς τις τελευταίες μέρες. Πρόκειται για το “Ξένες Λέξεις-Το λεξικό του κάμπου” που υπογράφουν η Βάγια Ματζαρόγλου και ο Στέφανος Τσιτσόπουλος. Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση των δύο αυτών ανθρώπων με τη Λάρισα ή την ευρύτερη περιοχή, ωστόσο ζώντας στην πόλη τα 23 από τα 29 χρόνια της ζωής μου έχω να τους πω ότι πάνω από τις μισές εκφράσεις και λέξεις που καταγράφουν μου είναι παντελώς άγνωστες. Για κάποιες μάλιστα είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν.

Διαβάζοντας από κοινού το κείμενο με Λαρισαί@ς φίλ@ς καταλήξαμε ότι κάποιες από τις λέξεις που δεν γνωρίζω, ναι μεν δεν χρησιμοποιούνται στην πρωτεύουσα του νομού, αλλά χρησιμοποιούνται αλλού, για παράδειγμα στην Ελασσόνα: Βλάκας = Σιούτος, Πανύβλακας = Σιούρδος.

Κάποιες άλλες μάλλον αποτελούν μέρος της ιδιολέκτου των ομιλητών, τ@ς οποί@ς συμβουλεύτηκαν οι συντάκτ@ς για να γράψουν το άρθρο. Η ιδιόλεκτος είναι η προσωπική χρήση της καθομιλουμένης που παρουσιάζει ιδιαιτερότητες λεξιλογικές (και όχι μόνο) σε σχέση με την καθομιλουμένη. Η ιδιόλεκτος λοιπόν είναι κατανοητή από τους πολύ κοντινούς μας ανθρώπους. Για να καταλάβετε τι εννοώ, εμείς στο σπίτι μου λέμε το “τηλεκοντρόλ” “τσακατσούκα”. Λέμε πχ “Που είναι το τσακατσούκα;” και αν ο δέκτης του μηνύματος είναι του σπιτιού, ξέρει ακριβώς τι αναζητάμε. Η ένταξη λοιπόν στο “Λεξικό του κάμπου” φράσεων όπως “Παθητικός γκέι = Σφουρλιάγκος / Ροζοχτύπς”, “Ενεργητικός γκέι = Κωλοφάγος”, “Είναι τραβεστί = Έχει γκαργκαλιάνγκο” μου μυρίζουν ιδιόλεκτο. Είναι σαν να με ρωτούσαν εμένα πώς λέμε στη Λάρισα το “τηλεκοντρόλ” και να τους απαντούσα “τσακατσούκα”.

Όσο για τις λέξεις και εκφράσεις που είμαι σχεδόν σίγουρη ότι δεν υπάρχουν καν, αλλά αντιθέτως είναι γεννήματα μη Θεσσαλών ομιλητών, παραθέτω ενδεικτικά: “Γλείψε μου το στήθος = Ματσάλαμ’ τα βζά”, “Το κλαμπ έχει ουρά για να μπεις = Βαράει στρούγκα”, “Μωρό μου = Ζγούρι μου (εκ του ζυγούρι = προβατίνα)”. Οι φράσεις αυτές είναι προϊόν της αντίληψης ότι οι Λαρισαί@ είναι χωριάτες, φτιάχνουν ολημερίς τυριά, κάθε σπίτι έχει ένα μαντρί κτλ. :) Η πρώτη φράση από αυτές που κατέγραψα μάλιστα νομίζω ότι προέρχεται από ένα ανέκδοτο, τύπου “Πως λένε οι Λαρισαίοι το…”.  

Μια τελική σημείωση: το κείμενο της Athensvoice δεν έθιξε κανένα και καμία. Οι ομιλητ@ς της περιοχής πιστεύω ότι το διάβασαν με ενδιαφέρον γιατί ξέρουν ότι μιλούν ιδιαίτερα και δεν ντρέπονται. Γι’ αυτό μάλλον περιμέναμε πιο εύστοχες επιλογές. Υπάρχουν άλλωστε τόσα να γράψει κάποι@ς! Σε μελλοντικό post ίσως επιχειρήσω μία καταγραφή.

Πέρα από τη διαφωνία μου με την επιλογή κάποιων λέξεων και εκφράσεων, να πω ότι υπήρχαν λάθη και στους ορισμούς. Δεν λέμε δηλαδή “Κλαίει το κλαρίνο!” για το “Γαμάτο track!” (πχ ακούγοντας Lady Gaga: “Κλαίει το κλαρίνο!”) αλλά όταν όντως κλαίει το κλαρίνο, δηλαδή όταν σολάρει! Εκτός κι αν ο ορισμός προέκυψε από την αντίληψη ότι στη Λάρισα ακούμε μόνο κλαρίνα! :D



μαμπο μπραζιλερο

graffiti.siΤέσσερα χρόνια πριν στο post μου “EVIVA ESPAÑA!” σας είχα υποσχεθεί ότι ο γλωσσολογικός κύκλος του μουντιάλ θα ξανανοίξει αν κι εφόσον εξακολουθώ να γράφω μετά από τέσσερα χρόνια! Να ‘μαι λοιπόν! :)

Σήμερα θα σας μιλήσω για τα portugese (τα πορτογαλικά), την επίσημη δηλαδή γλώσσα της διοργανώτριας Βραζιλίας. Να πω κάπου εδώ ότι προτιμώ τον όρο portugese, γιατί το “πορτογαλικά” μου ακούγεται σαν να είναι η γλώσσα αποκλειστικότητα των Πορτογάλων… Τα portugese όμως τα μιλάνε επίσημα στην Πορτογαλία, τη Βραζιλία, τη Μοζαμβίκη, την Αγκόλα, το Πράσινο Ακρωτήριο, τις Αζόρες, τη Γουινέα-Μπισσάου και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Αγίου Θωμά και Πρίγκιπα (!), ένα νησιωτικό κράτος στον Κόλπο της Γουινέας. Εξαιτίας της αποικιοκρατίας βέβαια βρίσκουμε σήμερα ομιλητ@ς των portugese και σε περιοχές της Ινδίας, της Σρι Λάνκα και της Μαλαισίας.

Η γλώσσα των Βραζιλιάνων (και τόσων άλλων όπως είδαμε) είναι μια νεολατινική γλώσσα, προέρχεται δηλαδή από τις διαλέκτους εκείνες της λατινικής τις οποίες μιλούσαν οι στρατιώτες και οι έποικοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στην Ιβηρική Χερσόνησο. Συγκεκριμένα στο βορειοδυτικό τμήμα της Χερσονήσου οι ζυμώσεις της γλώσσας που μιλούσαν πριν οι κάτοικοι, μαζί με τη νέα γλώσσα που έφεραν οι Ρωμαίοι κατακτητές, οδήγησαν στη γέννηση μιας νέας λατινογενούς ποικιλίας που ονομάζεται από τ@ς γλωσσολόγους “Γαλικιανοπορτογαλική” (!). Αυτή χρησιμοποιήθηκε για αιώνες -ακόμα και μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας- ως κοινή γλώσσα του λαού, αλλά όχι επίσημη. Επίσημη γίνεται τον 13ο αιώνα με απόφαση του βασιλιά της Πορτογαλίας. Φυσικά  η γλώσσα του 13ου δεν είναι η ίδια ακριβώς με τη Γαλικιανοπορτογαλική – έχει υποστεί αλλαγές- και ονομάζεται πλέον “Πορτογαλική”. 

Στη Βραζιλία τα πορτογαλικά φτάνουν με τον πορτογαλικό αποικισμό στην περιοχή το 1500. Η γλώσσα που μιλιέται βέβαια στη Βραζιλία διαφοροποιήθηκε σταδιακά από αυτή της Πορτογαλίας, κυρίως στην προφορά, τη δομή της πρότασης, αλλά και την ορθογραφία. Αυτό οφείλεται στο ανακάτεμα με στοιχεία άλλων γλωσσών και διαλέκτων, με τις οποίες δεν ήρθαν σε επαφή οι ομιλητ@ς των ευρωπαϊκών πορτογαλικών. Το περίεργο βέβαια είναι ότι οι τελευταί@ καταλαβαίνουν με σχετική ευκολία τη γλώσσα της Βραζιλίας, ενώ οι ομιλητ@ς των πορτογαλικών της Βραζιλίας δυσκολεύονται πολύ να καταλάβουν τα ευρωπαϊκά πορτογαλικά. Οι εξηγήσεις που δίνονται μοιάζουν ανεπαρκείς, ωστόσο αξίζει να αναφέρω την επικρατέστερη, ότι δηλαδή στα ευρωπαϊκά πορτογαλικά υπάρχει το φαινόμενο της “σίγασης φωνηέντων” που δημιουργεί την εντύπωση στ@ς “βραζιλιανόφων@ς” ότι οι “πορτογαλόφων@” μιλάνε πάρα πολύ γρήγορα!

Όσο για εκείν@ς που θα ταξιδέψουν στη Βραζιλία για το μουντιάλ (αν υπάρχουν τέτοι@! :D) παραθέτω τα απολύτως απαραίτητα: “Oi!” (=γεια),”Obrigado” (αν είσαι άντρας) “Obrigada” (αν είσαι γυναίκα) για να πεις “Ευχαριστώ!”, “Não entendi” (=δεν καταλαβαίνω!) και φυσικά “Fala inglês?” δηλαδή “Μιλάς αγγλικά;”!



viva la diva!
Μαΐου 11, 2014, 14:45
Filed under: plus | Ετικέτες: ,

Η νίκη της Conchita Wurst στον τελικό της Eurovision, πέρα από τις σαφείς συνδηλώσεις, αποτέλεσε επιπλέον αφορμή για να προβληματιστούν οι τηλεθεατ@ς σχετικά με θέματα ταυτότητας. Σίγουρα έχετε βρεθεί σε παρέες που αναρωτήθηκαν “Τι είναι η Conchita; Τι θέλει να είναι; Ποιο γένος να χρησιμοποιήσουμε όταν της/του απευθυνόμαστε;”. Η ίδια η Conchita σε ερώτηση σχετικά με το αν θα ξύριζε το περιβόητο μούσι της μπέρδεψε ακόμα περισσότερο τα πράγματα: “Όχι! Πρώτα απ΄όλα δεν θέλω να γίνω γυναίκα. Είμαι πολύ τεμπέλικο αγόρι και δεν θα το αλλάξω αυτό. Το έχω πει πολλές φορές, αλλά δημιούργησα αυτόν τον χαρακτήρα ώστε να δείξω ότι μπορείς να επιτύχεις τα πάντα. Και δεν θα ξύριζα ποτέ το μούσι μου!“.

Η Conchita είναι μία περσόνα, ένας ρόλος. Ο “ηθοποιός” που την υποδύεται, ο Thomas Neuwirth είναι ένας cisgender (ή πιο απλά “μη-τρανς”) γκέι άντρας. Είναι ένας άνθρωπος που όταν γεννήθηκε τον κατέταξαν ως άρρενα, αυτοπροσδιορίζεται ως άντρας και δεν έχει κάνει τροποποιήσεις στο σώμα του. Επομένως όταν μιλάμε για τον Thomas χρησιμοποιούμε το αρσενικό γένος και όταν μιλάμε για την Conchita το θηλυκό. 

Όσο σύνθετη διαδικασία είναι να καταφέρουν άνθρωποι όπως o Thomas να αυτοπροσδιοριστούν, άλλο τόσο σύνθετο είναι να βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις που να αποτυπώνουν αυτό που τελικά προκύπτει από την οικοδόμηση της ταυτότητάς τους. Η Ορολογία, η επιστήμη που επιχειρεί να περιγράψει συστηματικά τη γνώση μας για ένα θέμα μέσω των όρων, έχει τυποποιήσει ορισμένες έννοιες που αφορούν την ταυτότητα λαμβάνοντας φυσικά υπόψη το πώς αυτοπροσδιορίζεται η κάθε ομάδα.

Δεδομένης όμως της ποικιλίας των ταυτοτήτων αλλά και της συνθετότητάς τους προέκυψαν πολλοί όροι (κι άλλες τόσες μεταφράσεις των όρων αυτών στα ελληνικά) που νομίζω μπερδεύουν αντί να εξασφαλίζουν την ορατότητα των ανθρώπων αυτών στη γλώσσα. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να σας συστήσω μερικούς -κατά τη γνώμη μου τους πιο βασικούς-.  

Με τον γενικό όρο queer αναφερόμαστε σε όλους τους “μη ετεροκανονικούς” ανθρώπους, σε αυτούς δηλαδή που τα ομοφοβικά άτομα αποκαλούν “ανώμαλους”. Πρόκειται για έναν όρο ομπρέλα κάτω από τον οποίο μπορούν να χωρέσουν όλοι οι όροι που θα καταγράψω στη συνέχεια (και άλλοι που δεν θα καταγράψω! :) ). Το ωραίο με τη λέξη queer είναι ότι ενώ χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά ως βρισιά, η ΛΟΑΤ κοινότητα, δηλαδή τα Λεσβιακά, Ομοφυλόφιλα, Αμφισεξουαλικά και Τρανσεξουαλικά άτομα την υιοθέτησαν, αφαιρώντας έτσι από τ@ς ομοφοβικ@ς που τη χρησιμοποιούσαν ένα λεκτικό βόλι!

Τα τελευταία χρόνια υιοθετήθηκε από τις ομάδες αλλά και τη βιβλιογραφία ο όρος “τρανς” για την αναφορά σε ανθρώπους που γεννήθηκαν σε ένα σώμα για το οποίο δεν ένιωθαν άνετα και γι’ αυτό άλλαξαν κοινωνικό φύλο (πιθανά και το σώμα τους). Η παλιότερη διάκριση ανάμεσα σε άτομα transgender (διεμφυλικά -αφορά το κοινωνικό φύλο-),  transexual (διαφυλικά -αφορά το βιολογικό φύλο-) και intersex (για τα άτομα που γεννιούνται με αναπαραγωγική ή σεξουαλική ανατομία που δεν φαίνεται να ταιριάζει με την τυπική των θηλυκών ή αρσενικών) δεν φαίνεται να εξυπηρετεί πια.

Όσο για τους ανθρώπους που υποστηρίζουμε τα δικαιώματα της ευρείας αυτής κοινότητας χωρίς να ανήκουμε σ’ αυτή, προσδιοριζόμαστε ως allies. Σύμμαχες και σύμμαχοι! 

 



crème de la crème

enhanced-buzz-12735-1374088503-19Την Παρασκευή το βράδυ που έμεινα σπίτι παρακολούθησα το Voice, το μουσικό ριάλιτι με τους τέσσερις διάσημους κόουτς… ή μήπως κόουτσιζ;! Το ίδιο πρόβλημα φαίνεται να αντιμετωπίζουν και οι ίδι@ οι συντελεστές της εκπομπής⋅ ο  παρουσιαστής Λιάγκας έλεγε και ξανάλεγε “κόουτσιζ” έχοντας ξεκάθαρα συμμορφωθεί με την κλίση του ουσιαστικού στην αγγλική γραμματική. Για το σχηματισμό του τύπου δηλαδή ακολούθησε τη μορφολογική διαδικασία της κλίσης, κατά την οποία ενώνουμε το λεξικό μόρφημα coach με το κλιτικό επίθημα της ονομαστικής πληθυντικού -es. Αν ρωτήσουμε το Λιάγκα, μάλλον θα πει ότι προτιμά τον τύπο αυτό γιατί είναι  σωστός στη γλώσσα από την οποία προέρχεται το δάνειο και ότι σαν παρουσιαστής δεν θέλει να κάνει λάθη (δεν είναι τυχαίο το πόσο τόνιζε στη διάρκεια της βραδιάς ΤΗΝ ψήφο!). Από την άλλη ο πιο λαϊκός Αντώνης Ρέμος, ο ένας από τους κόουτς ή κόουτσιζ, έλεγε “Εμείς οι κόουτς έχουμε πολύ δύσκολη δουλειά απόψε”, αφήνοντας δηλαδή άκλιτη τη δάνεια λέξη -και κάνοντας τον Λιάγκα να τον στραβοκοιτάει-.

Ο κανόνας της ελληνικής γραμματικής δικαιώνει το Ρέμο:  Οι δάνειες λέξεις που δεν έχουν ενσωματωθεί στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής παραμένουν άκλιτες. Αυτές είναι όσες τις προφέρουμε σχεδόν όπως θα τις προφέραμε αν μιλούσαμε τη γλώσσσα από την οποία προέρχονται και που μάλιστα έχουν κατάληξη η οποία δεν αποτελεί κλιτικό επίθημα της ελληνικής. Για παράδειγμα η λέξη κοκτέιλ δεν κλίνεται, ενώ η λέξη καζίνο κλίνεται (του καζίνου, τα καζίνα). Από την άλλη αυτό μάλλον δεν είναι απόλυτο αφού έχουμε παραδείγματα όπως η λέξη “καπουτσίνο” που είναι άκλιτη. Δε λέμε δηλαδή “Πιάσε δύο καπουτσίνα!” -αν και “Πιάσε δύο καπουτσίνο!” δε μου ακούγεται επίσης πολύ καλά-. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν κλίνουμε τη λέξη σύμφωνα με τους κανόνες της ιταλικής από την οποία προέρχεται, δηλαδή “Πιάσε δυο καπουτσίνι”! :P

Η αγγλοκλισία του Λιάγκα είναι λοιπόν μία μορφή υπερδιόρθωσης. Συνήθως παρατηρείται στο σχηματισμό τύπων μιας δάνειας λέξης προερχόμενης από τα αγγλικά, η οποία όμως δεν είναι και τόσο εύχρηστη στα ελληνικά. Δηλαδή ναι μεν όλ@ έχουμε ακούσει -κυρίως στο μπάσκετ νομίζω- τη λέξη κόουτς, όμως πιο συχνά θα χρησιμοποιήσουμε αντ’ αυτής τη λέξη προπονητής ή προπονήτρια -και όχι μόνο επειδή αυτά ξέρουμε να τα κλίνουμε-. Η αμηχανία μπροστά σε καινοφανείς λέξεις τύπου “κόουτς” είναι λοιπόν δικαιολογημένη και μπορεί να μας οδηγήσει στην υπερδιόρθωση.

Πάντως η ντεμέκ λογιότητα που χαρίζει η αγγλοκλισία κάνει ορισμέν@ς να σχηματίζουν αγγλοπρεπώς και λέξεις που παρά την ολοφάνερη ξενική ετυμολογική προέλευση είναι “παλιές” και εύχρηστες. Τέτοι@ ομιλητ@ς λένε για παράδειγμα “Ταινία για πολλά όσκαρς”, “Τα κομπιούτερς της εταιρείας έχουν πρόβλημα”, “Η Μπάρτσα έβαλε τέσσερα γκόλς” και “Θα παραγγείλω τρία τόστς”. Πιο τραβηγμένο βέβαια είναι όταν κλίνουν έτσι και μη αγγλικές λέξεις, βλέπε “καπουτσίνοουζ”! Είναι κι απ’την άλλη μερικ@ ομιλητ@ς που είτε από αμηχανία είτε από φόβο μην τ@ς πουν χωριάτ@ς αφήνουν δάνειες λέξεις -που κανονικά κλίνονται- άκλιτες. Λένε ας πούμε “Το βουρτσάκι της μασκάρα* χάλασε” ή “Οι δεσμεύσεις της Ελλάδας έναντι της τρόικα”.

*Υπάρχει βέβαια και “το μάσκαρα” που είναι άκλιτο. Πάντως αν το έχεις στο μυαλό σου ως θηλυκό μην αγχώνεσαι! Κλίν’ το: η μάσκαρα, της μάσκαρας… :)

 



ο μι τζι και τρια λολ!

df2cb1c467acafc1cd6147c1e2b76c561b79e1a0980e35740ad61f02991cb71bΤο κείμενο αυτό γράφτηκε πρόσφατα με αφορμή το σκάνδαλο με τις ΜΚΟ, αλλά -ας όψεται η βραχεία μνήμη των δελτίων ειδήσεων- μπαγιάτεψε κιόλας. Τέσπα, σας το σερβίρω όπως και να’χει!

Όταν λέμε [mikió] προφέρουμε το ακρώνυμο ή ακρωνύμιο του όρου “Μη Κυβερνητική Οργάνωση”. Το ακρώνυμο είναι μια σύντομη μορφή που δημιουργείται από το συνδυασμό των συλλαβών ενός συνθετικού όρου ή από το συνδυασμό των αρχικών γραμμάτων, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τα αρκτικόλεξα.

Τα ακρώνυμα της τελευταίας κατηγορίας διαφοροποιούνται από τα αρκτικόλεξα στην προφορά· τα αρκτικόλεξα προφέρονται πάντοτε με τα ονόματα των γραμμάτων, ενώ για την προφορά των ακρωνύμων δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να λέει πώς να τα διαβάσουμε. Η μόνη σύμβαση είναι ότι το ακρώνυμο προφέρεται πάντοτε σαν λέξη και όχι σαν ακολουθία γραμμάτων, πχ [οté] και όχι [ómikron táf épsilon]. Αυτο πρακτικά σημαίνει ότι υπάρχουν ακρώνυμα που προφέρονται μόνο συλλαβικά και άλλα μπασταρδεμένα που ένα μέρος τους προφέρεται συλλαβικά και ένα με το όνομα των γραμμάτων. Για παράδειγμα ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας ΦΠΑ διαβάζεται [fi-pi-á] με το τελευταίο “α” να είναι το μόνο που διαβάζεται συλλαβικά.

Για να προφέρεται όμως σαν λέξη ένα ακρώνυμο είναι άραγε απαραίτητο να περιέχει επιτρεπτές για την ελληνική γλώσσα ακολουθίες φωνημάτων; Μάλλον όχι! Υπάρχουν αρκετά ακρώνυμα που κατά την προφορά τους τούς προσθέτουμε φωνήματα τα οποία δεν υπάρχουν στη συντομευμένη γραπτή μορφή. Για παράδειγμα η ΓΣΕΕ προφέρεται [jeseé] και όχι [γseé] αφού το σύμπλεγμα [γs] δεν υπάρχει στην ελληνική γλώσσα. Oύτε όμως την προφέρουμε μπασταρδεμένα [γáma seé] γιατί δεν είναι και πολύ εύηχο! Oι άνθρωποι πάντως που φτιάχνουν τις συντομευμένες γραπτές μορφές νομίζω ότι συνήθως αποφεύγουν ακολουθίες συμφώνων που δεν υπάρχουν στη γλώσσα ή ακολουθίες απανωτών φωνηέντων που δημιουργούν χασμωδία (ok ο πρόσφατος ΟΑΕΕ αποτελεί εξαίρεση! Άντε και το ΤΣΜΕΔΕ! :P ).

Τι είναι αυτό που καθορίζει όμως αν μια συντομευμένη μορφή που προκύπτει από το συνδυασμό αρχικών γραμμάτων είναι ακρώνυμο ή αρκτικόλεξο; Η απάντηση είναι μάλλον η γλωσσική μας διαίσθηση και φυσικά η μίμηση (αν δεν είχα δηλαδή ακούσει από άλλους την προφορά [mikió] μάλλον δεν θα το πρόφερα έτσι)! Υπάρχουν λοιπόν συντομευμένες γραπτές μορφές που αποδίδονται προφορικά μόνο ως ακρώνυμα και άλλες μόνο ως αρκτικόλεξα. Είναι γεγονός όμως ότι τα “μόνο ως αρκτικόλεξα” είναι λιγότερα, αφού στα ελληνικά τα περισσότερα ονόματα γραμμάτων είναι δισύλλαβα, επομένως δεν βολεύουν στη δημιουργία συντομευμένων προφορικών μορφών. Κάπως έτσι στην καθημερινή επικοινωνία προτιμούμε την προφορά [δuσú] (σαν ακρώνυμο) για τη συντομευμένη γραπτή μορφή του Διοικητικού Συμβουλίου, ενώ επίσημα μάλλον θα λέγαμε [δélta síγma] (δηλαδή σαν αρκτικόλεξο). Αντίστοιχα παραδείγματα είναι τα ΜΜΕ, ΚΚΕ κτλ.

Μεγάλο γλωσσολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος που τονίζουμε δυναμικά αυτές τις παράξενες λέξεις. Γιατί δηλαδή “οτέ” κι όχι “ότε”, γιατί “τσμέδε” κι όχι “τσμεδέ“; Κι εδώ η απάντηση μάλλον είναι η διαίσθηση και η μίμηση. Πάντως άλλες γλώσσες, όπως για παράδειγμα τα γαλλικά και τα αλβανικά, έχουν λύσει αυτό το θέμα με το δυναμικό τονισμό μόνο της λήγουσας. Αγαπημένο μου παράδειγμα το γαλλικό “γουί φί” (wi-fi [γuí fí])! :)

What’s Your Acronym IQ?



πηρα κοκκινο στιλο…

burglar[Επιστρέφοντας στα πρώτα μου posts για τις ανάγκες του "Γλωσσάδικου" διαπίστωσα μερικές τρύπες. Για παράδειγμα ενώ έχω γράψει αρκετά για το γλωσσικό λάθος, δεν έχω γράψει τίποτα για την υπερδιόρθωση. Το σημερινό post είναι λοιπόν η πρώτη μου δημοσίευση στη Larissanet στην οποία δεν έκλεψα κάτι από το blog μου! Αντιθέτως κλέβω τη δημοσίευση από την εφημερίδα και σας την παρουσιάζω ηλεκτρονικά! :) ]

Στο προηγούμενο άρθρο όρισα το γλωσσικό λάθος ως εκείνη την απόκλιση από τη νόρμα που δεν πρέπει να την προσεγγίζουμε αξιολογικά, γιατί ενδεχομένως οδηγεί στη γλωσσική αλλαγή. Η γλωσσική αλλαγή τελικά καταγράφεται κάποια στιγμή στα λεξικά, τις γραμματικές και τα συντακτικά με τη μορφή κανόνα. Οι περισσότεροι άνθρωποι φυσικά δεν έχουν ανάγκη κανέναν κανόνα για να χρησιμοποιήσουν την εξελιγμένη εκδοχή της γλώσσας τους. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για μερικούς που επιθυμούν μέσα από το λόγο τους να αποδείξουν τη λογιότητα και τη μόρφωσή τους. Αυτοί όχι μόνο δεν χρησιμοποιούν τη νέα εκφορά όσο αυτή θεωρείται γλωσσικό λάθος, αλλά συνήθως δεν αποδέχονται και την καταγραφή της ως κανόνα. Τέτοιοι ομιλητές οδηγούνται συχνά στην υπερδιόρθωση.

Θα εξηγήσω το φαινόμενο με ένα παράδειγμα: Την τελευταία εβδομάδα παρακολουθώντας τις εξελίξεις που αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση διαπίστωσα ότι τα “της Ηρούς” για την Ηρώ Διώτη, υποψήφια περιφερειάρχισσα με το ΣΥ.ΡΙ.ΖΑ., έδιναν κι έπαιρναν. Δεν ξέρω αν η ίδια επιθυμεί να διατηρηθεί η αρχαιοπρεπής αυτή γενική για το όνομά της, ωστόσο μαντεύω ότι το στενό περιβάλλον της δεν μπορεί να συμμορφωθεί, ακόμα κι αν εκείνη το θέλει. Κι αυτό γιατί οι κοντινοί της άνθρωποι έχουν ενσωματώσει στο λεξιλόγιό τους την πιο “καθημερινή” γενική του ονόματός της, όχι αυτή που φοράει “τα καλά της”. Η μαμά της, ας πούμε, λέει (λογικά) “Αυτό είναι το αγαπημένο φαΐ της Ηρώς” και όχι “της Ηρούς”.

Εδώ και έναν αιώνα οι νεοελληνικές γραμματικές καταγράφουν ότι τα θηλυκά σε -ώ σχηματίζουν τη γενική ενικού σε -ώς. Ο κανόνας αυτός ωστόσο κονταροχτυπιέται με αυτό των αρχαίων ελληνικών που θέλει τα τριτόκλιτα ακατάληκτα διπλόθεμα θηλυκά (!) σε -ώ να σχηματίζουν τη γενική σε -ους (με περισπωμένη). Από τα κύρια ονόματα τέτοια είναι τα: Ηρώ, Κλειώ, Λητώ, Ερατώ κτλ. Πολλοί λοιπόν κολλημένοι στον παλιό κανόνα δεν επιμένουν απλά στα Ηρούς, Κλειούς κτλ, αλλά σχηματίζουν και τα νεότερα ονόματα με τον ίδιο τρόπο: Γωγούς, Αργυρούς, Μαριγούς.

Και τι σημαίνει αυτό, θα αναρωτηθείτε; Ότι η γενική των αρχαίων ονομάτων πρέπει να τίθεται σε -ούς ενώ των νέων σε -ώς; Δηλαδή καλώς η Ηρώ γίνεται της Ηρούς, αλλά αν τη λέγαν Αργυρώ θα έπρεπε να γίνει της Αργυρώς; Αντιλαμβάνεστε νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικό! Ούτε βέβαια μπορούμε να χρησιμοποιούμε την κατάληξη -ους για τη γενική κάθε Γωγώς, Λενιώς, Μαριγώς. Όχι γιατί δεν τους αξίζει αυτή η “τιμή”, αλλά γιατί η κλιτική οικογένεια των θηλυκών σε -ώ εξελίχθηκε και έφτασε στις μέρες μας αλλαγμένη. Ας το αγκαλιάσουμε όπως κάνανε οι γραμματικές και τα συντακτικά της νέας ελληνικής και ας το εφαρμόσουμε σε όλα τα ονόματα, αρχαιόφερτα και μη. Αλλιώς ας αρχίσουμε και τα “Το αγαπημένο φαΐ του Περικλέους” ή “Το μπλουζάκι του Σωκράτους”!

BLOG UPDATE: Αν σας αρέσει να λέτε της Ηρούς, της Αργυρούς κτλ αυτό είναι μία γλωσσική επιλογή, όποτε πάμε πάσο. Το να διατείνεστε όμως πως αυτό είναι το γραμματικά σωστό είναι που κάνει τ@ς γλωσσολόγους να μιλούν για υπερδιόρθωση.



WINTER IS COMING!

tumblr_mnongwDtEE1rqflsgo1_500Καλή χρονιά σε όλ@ς! :)

Είναι πολλά εκείνα που περιμένουμε να γίνουν το 2014! Ένα από αυτά -δευτερευούσης, ίσως τριτούσης, τεταρτούσης (!) και πάει λέγοντας- σημασίας είναι να δούμε στις οθόνες μας το νέο κύκλο επεισοδίων της αγαπημένης σειράς Game of Thrones! Η σειρά σταμάτησε σε κρίσιμο σημείο αυξάνοντας την προσμονή. Για όσ@ς αγαπάμε όμως τα γλωσσολογικά η αναμονή μεγαλώνει καθώς περιμένουμε με ενδιαφέρον την εξέλιξη της τεχνητής γλώσσας Dothraki που μιλάει η νομαδική φυλή πολεμιστών της Daenerys Targaryen, της γνωστής Khaleesi (την οποία εγώ τουλάχιστον θέλω να δω να κωλοκάθεται στο θρόνο)! :P

Η γλώσσα Dothraki είναι μία προφορική τεχνητή γλώσσα, δεν έχει αναπτυχθεί δηλαδή με τρόπο φυσικό ανάμεσα σε ανθρώπους που είχαν την ανάγκη να επικοινωνήσουν. Τη γλώσσα έφτιαξε ο George R. R. Martin, συγγραφέας της σειράς βιβλίων A Song of Ice and Fire, στην οποία σειρά βασίστηκε το Game of Thrones. Σαν άλλος Tolkien δηλαδή κατασκεύασε ένα φανταστικό κόσμο στον οποίο θέλησε να δώσει μια πινελιά αληθοφάνειας μέσω αυτής της fictional γλώσσας. Η γλώσσα του Martin βέβαια δεν είναι μια ολοκληρωμένη από άποψη σύνταξης και λεξιλογίου γλώσσα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μελετηθεί όπως η γλώσσα των ξωτικών (Sindarin) του Tolkien ή η Klingon του Star Treck. Kαλύπτει, με άλλα λόγια, απολύτως τις ανάγκες της μυθοπλασίας του και δεν φτιάχτηκε για να χρησιμοποιηθεί ως σύστημα. Παρ’ όλα αυτά η προσπάθειά του είναι εντυπωσιακή, αν λάβουμε υπόψη ότι δεν έχει γνώσεις γλωσσολογίας.

Για τις ανάγκες ωστόσο του Game of Thrones η γλώσσα Dothraki έπρεπε να λάβει ένα πιο συστηματικό χαρακτήρα. Κάπως έτσι επιστρατεύτηκε ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός “The Language Creation Society” που προωθεί τις τεχνητές γλώσσες. Oι γλωσσολόγοί είχαν μπροστά τους ένα βουνό: έπρεπε να αναπτύξουν τη γλώσσα σεβόμεν@ την περιγραφή του Martin. Έπρεπε επίσης να μελετήσουν τις περιστάσεις επικοινωνίας, όπως διαμορφώνονται στην κοινωνία των Dothraki, στις οποίες θα χρησιμοποιούνταν η γλώσσα και μετά να αναπτύξουν το λεξιλόγιο και τη σύνταξή της. Κι όλα αυτά έχοντας πάντα στο μυαλό τους ότι τη γλώσσα αυτή πρέπει να την αποστηθίσουν οι ηθοποιοί, άρα πρέπει να έχει εύκολη προφορά και να “μαθαίνεται” εύκολα.

Η γλώσσα που προέκυψε είναι ένα κράμα της γλώσσας του Martin, μαζί με τουρκικά, ρωσικά, εσθονικά, σουαχίλι και Inuktituk (μια γλώσσα Inuit του Καναδά). Ως προς τη σύνταξη μόνο παρουσιάζει ομοιότητες με την αγγλική (διατηρεί τη σειρά Υποκείμενο-Ρήμα-Αντικείμενο). Η δουλειά των γλωσσολόγων είναι εντυπωσιακή! Πρόκειται πια για μία ολοκληρωμένη γλώσσα με 3034 λέξεις, πλήρες συντακτικό και πλήρη γραμματική που ανανεώνεται διαρκώς. Μάλιστα υπάρχει επίσημο site μέσα στο όποιο έχει ανοιχθεί συζήτηση για τη γλώσσα και την εξέλιξή της! Προτού πάρετε μέρος καλό είναι να μάθετε τα βασικά: “M’ athchomaroon” [=Γεια! (με σεβασμό)], “Fonas Chek!” (=Αντίο!/Καλό κυνήγι!), “Hajas” (=Αντίο), “Sek” (=Ναι), “Vos” (=Όχι), “San Athchomari Yerea” (=Ευχαριστώ!).

Και φυσικά: “Qoy qoyi” (= Αίμα του αίματός μου)! :P




Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 37 other followers